Πώς γίνεται να
σταματήσεις το μυαλό να ονειρεύεται, όταν αυτό επιμένει; Κι όμως έχει λόγο το
αφιλότιμο. Κι ας είχα ορθάνοιχτα τα μάτια και τις αισθήσεις στον
αέρα... «Κράτα τα μάτια σου
ανοιχτά γιατί του φόβου τα
πλεχτά τα δείχνουν όλα στη
ζωή μας γκρίζα». Με στριφογύριζε ο στίχος… Και η «ασήμαντη παρουσία μου», χαλαρά στην
πολυθρόνα του μπαλκονιού, αναζητάει απεγνωσμένα λίγη δροσιά. Το παράκανε η ζέστη. Χτύπησε
κόκκινο! Μάλιστα στα δελτία καιρού της έδωσαν και ονοματεπώνυμο: «αφρικανικός
καύσωνας»!
Ανάμεσα στην απλωσιά των σκέψεών μου, σαν λεπτή μεταξωτή κλωστή,
ακάλεστη εισβάλει και… με
καθηλώνει μια νοσταλγία. Μια νοσταλγία για θάλασσα
γυρεύει εξόφληση. Δεν
ταιριάζει με την ώρα που δείχνει το ρολόι. Κοντεύει μεσάνυχτα. Αποκλείεται! Τέτοια ώρα; Αδύνατο! Ακόμη
κι ένας περίπατος φαντάζει το ίδιο αδύνατος κι ας μοσχοβολούν διστακτικά τα
γιασεμιά και τα νυχτολούλουδα της γειτονιάς.
Κυριολεκτικά «ξεφλουδίζουν» τη νύχτα. Βλέπετε,
κάποια καλέσματα δε γνωρίζουν από χρόνο... Κι εγώ, «πού να βρω την ψυχή μου;»...
Τώρα ναι, δεν έχω άλλη επιλογή: κλείνω τα μάτια και
ονειρεύομαι. Κι ας γίνει τ’ όνειρο ταξίδι και ευχή. «Κλείνω τα μάτια και η θάλασσα είναι άδεια, τα καλοκαίρια μόνο ήξερα να
ζω. Τόσα φιλιά, τόσα νησιά, τόσα καράβια, πού είναι τώρα που τα θέλω να πιαστώ».
Έτσι κι αλλιώς δεν ξεμπερδεύεις εύκολα με τα όνειρα. Σβήνουν πριν ξημερώσει. Το έλεγα και στην αρχή: είχε λόγο το
αφιλότιμο…