«Είμαι πάρα πολλά για να μην είμαι τίποτα και πολύ λίγος για να είμαι κάτι»… * * * * * «Ψάχνω να βρω λέξεις… που να "αγγίζουν" κι αγγίγματα που να μιλούν»…

29 Μαρ 2021

Εφημερίδα ΑΝΘΡΩΠΟΙ, Νοέμβριος 1987

 Εφημερίδα ΑΝΘΡΩΠΟΙ, Νοέμβριος 1987  
Μια στο καρφί και μια στο πέταλο.

Τότε, το 1987, εξέδιδα στη Βαλένσια της Βενεζουέλας την εφημερίδα ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Τώρα, «ξεσκονίζοντας» τα τεύχη της (για άλλο λόγο βέβαια) έρχονται στη μνήμη μου τόσα που, διαπιστώνω τελικά ότι αξίζει τον κόπο να την ξαναδιαβάσω και να την ψηφιοποιήσω (άρθρα, γεγονότα, άνθρωποι, συνεργάτες και χίλιες δυο λεπτομέρειες…) πριν ξεθωριάσουν στην κλεισούρα. Μέσα σ’ όλα διάλεξα (για σήμερα) το παρακάτω άρθρο, από τη στήλη μου «μια στο καρφί και μια στο πέταλο» και το δημοσιεύω, όπως ήταν γραμμένο (σε γραφομηχανή τότε …) για έναν και  μόνο λόγο: και τότε ήμουν μια απ’ τα ίδια: νοσταλγός, ρομαντικός, ονειροπόλος κ.λπ. κ.λπ. Βλέπετε, ο λύκος κι αν εγέρασε…

Μεγεθύνετε τη φωτογραφία με κλικ...

Έγραφα λοιπόν:
Ας αρχίσω, τουλάχιστον σήμερα, με πράγματα που μ’ αρέσουν. Γράφω τη στήλη κι εκτονώνομαι. Το ‘χούμε πει εξάλλου, είναι προσωπική υπόθεση αυτή η στήλη. Αλλά τι έχουν να δουν οι αναγνώστες μας με τα προσωπικά μου; Τέλος πάντων εγώ θα συνεχίσω κι όπου φτάσει.
Δυο εβδομάδες τώρα, αιωρούμαι ανάμεσα στο ΟΧΙ και στο ΙΣΩΣ που τελικά, ύστερα από πολλή σκέψη και… πίεση, έγινε ΝΑΙ. Πίεση; Από που; Ε, αυτό πια δεν το λέω. Έχω κι εγώ τους θαυμαστές μου!
Βασικά, τώρα τελευταία έχω κάτι στεναχώριες. Το να αντικαθιστάς όμως μια στεναχώρια με μια άλλη, πολλές φορές, αυτό είναι ανακούφιση. Ανακούφιση; Μα καλά, τώρα μιλάμε ή βήχουμε;
Ξαναγυρίζω στα παλιά. Τι μ’ έπιασε πάλι; Αυτό είναι νοσταλγία. Το ότι ανήκω, όμως κι εγώ στη γενιά αυτή των ανθρώπων –πιστεύω να’ ταν η τελευταία– των ανθρώπων που έζησαν σαν παιδιά σε γειτονιά. Αυτό από μια μεριά μ’ ενθουσιάζει. Κι αυτή η ζωή –ας το πούμε πια– είναι από τα πολύτιμα χαμένα στοιχεία των ανθρώπων.
Μεγαλώσαμε  με ανθρώπινες σχέσεις υπαρκτές, με φιλίες, με παρέες κι ύστερα; Δεχτήκαμε τόσα πολλά και τόσο ραγδαία που δεν προλάβαμε να τ’ αφομοιώσουμε. Τα δεχτήκαμε όλα με μια καταστρεπτική πρόοδο. Πρόοδος! Μάλιστα αυτή είναι η λέξη. Θυσιάσαμε όλες τις ανθρώπινες ομορφιές για χάρη της προόδου.
Οι εποχές διαδέχονται η μια την άλλη και… φαίνεται σαν ψέμα. Τα χρόνια εκείνα οι άνθρωποι, παρ’ όλες τις μιζέριες τους, ζούσαν πιο ξέγνοιαστοι. Τώρα που ανακαλύψαμε την αλήθεια, την πρόοδο, την εξέλιξη γέμισε όλη μας η ζωή κρυάδα.
Θυμάμαι τα δειλινά, τα ξημερώματα και τα φεγγάρια του νησιού μου που, άθελά τους σε έκαναν ειδωλολάτρη. Είχαν μια ξεχωριστή ομορφιά. Ρομαντισμός θα μου πείτε. Φυσικά ρομαντισμός! Χρειάζεται κάποιες φορές, σου απαλύνει την ψυχή.
Τι κόσμος κι εκείνος! Είχε το δικό του ενδιαφέρον. Τη δική του γνώμη για τη ζωή, ζούσε με μια βεβαιότητα σ’ αυτό που πίστευε. Τότε θέλαμε να ξεφύγουμε απ’ αυτόν τον κόσμο και τώρα ζητούμε να τον ξαναφτιάξουμε ή να τον ξαναζήσουμε έστω. Όμως ο νόμος της φύσης –αλίμονο– δεν το επιτρέπει. Ποτέ πια! Μείναμε με τη νοσταλγία. Κι η νοσταλγία δεν είναι αρκετή.
Υπάρχει κάποια στιγμή στα νιάτα μας που ανοίγει μια πόρτα για να μπει το μέλλον μας. Κι αυτή την πόρτα -δυστυχώς- δεν μπορούμε να την κλείσουμε. Στα νιάτα μου κι εγώ ήμουνα ερωτευμένος με τη Τζένη Καρέζη. Τελικά όμως παντρεύτηκα τη γυναίκα μου. Τι να κάνουμε όλο αυτό είναι ένα μικρό ταξίδι. Ένα ταξίδι με καλύτερες στιγμές. Η νοσταλγία είναι μια αρρώστια και οι νοσταλγοί ρομαντικοί. Όμως, όπως και να το κάνουμε, τον κόσμο αυτόν πάντα θα τον αγαπάμε γιατί τον φτιάξαμε εμείς. 
Σ. Δ.

13 Μαρ 2021

«Υπέροχα μονάχοι»…

Χθες, καθώς βράδιαζε, άκουγα στο ραδιόφωνο το Θηβαίο να τραγουδάει το Ωροσκόπιο του Άλκη Αλκαίου από το άλμπουμ Υπέροχα μονάχοι. Αλήθεια, τι γράφει αυτός ο άνθρωπος… Οι στίχοι του δεν χωρεί αμφιβολία– σου τάζουν ταξίδι και σε παρασέρνουν μαζί τους «σε αδέσποτο σεργιάνι». 

Είναι κάποιες φορές που τα ακούσματα γίνονται εικόνες. Οι εικόνες σκέψεις και οι σκέψεις… λέξεις! Αυτό κάνουν τα τραγούδια, συνοδεύουν στιγμές στη ζωή μας. Και τελικά, το καταφέρνουν! Και να που, ασυναίσθητα, –μ’ ένα πέταγμα σαν αστραπή του νου μου ’ρθε να αντιγράψω, να συνταιριάξω, να μπλέξω τους στίχους του τραγουδιού και να τους «κολλήσω» –βάζοντάς τους σε εισαγωγικά με μπλε χρώμα– ανάμεσα στις σκέψεις μου.
«Έλεγες αύριο θα 'ναι ο κόσμος φωτεινός» και ήταν όντως λαμπερός και φιλάρεσκος ο ήλιος. Κι «έλεγα είναι με το μέρος μας ο χρόνος», άντε καμιά ώρα την ημέρα, ίσα για να λιαστούμε. Εκτεθειμένοι όλο και πιο πολύ στην ηλιοφάνεια που δικαιούμασταν. Τρόπος να κρυσταλλωθεί ο χρόνος δεν υπάρχει. Κι όμως, σ‘ αυτήν την ακατανόητη και περίεργη εποχή το «ρεφρέν» επιμένει: «δεν ειν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός»! Μικρά κομμάτια της ίδιας εικόνας είμαστε κι ο καθένας να ισορροπήσει λίγο ακόμα τις αντοχές του θέλει. «Τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος». Μόνος κι οχυρωμένος πίσω από αόρατα τείχη –εντός σχεδίου κι εκτός εαυτού– αυτοπεριορίζεται στα δικά του όρια.
Καθημερινά βλέπουμε πως τα πρόσωπα γίνονται καθρέφτες, τα χέρια εκπέμπουν σήματα αγωνίας, «ξέμπαρκα μάτια και φευγάτα» τα μάτια μας. Αλλάζουν έκφραση, αλλάζουν διάθεση. Μιλούν χωρίς να λένε τίποτα. Απλά κοιτάζουν στο… άδειο, σαν κάτι να περιμένουν. Ταξιδεύουν εκεί όπου δεν μπορούν, δεν τους το επιτρέπουν οι «κωδικοί μετακίνησης», μήτε κι οι τοίχοι που όρθωσαν ολόγυρά μας.
Ξεμείναμε από παρουσίες, από χαμόγελα, από φωνές, σκεφτόμαστε αγαπημένα πρόσωπα και πλέκουμε υφάδι γύρω τους την έγνοια μας.
Σέρνω τη μολυβιά να υπογραμμίσω το στίχο, να του δώσω μπλε χρώμα, να πιάσει τόπο να σταθεί και να κρατήσει το ίσο με τις σκέψεις μου. Εναλλάσσονται το “εγώ” με το “εμείς”, κρατάνε τις δικές τους επιβεβλημένες αποστάσεις, «βάλε σημάδια» με προστάζουν «μη χαθείς», σύνορα είναι τα σημάδια. Tα σύνορα των ανθρώπων, οι ζωές μας η μία κάτω από την άλλη, η μία δίπλα στην άλλη, που τις χωρίζει ένας τοίχος κι όλοι μαζί μέσα σε έναν μεγαλύτερο τοίχο και δίπλα ένας άλλος τοίχος και παραδίπλα το ίδιο... «Στην πολιτεία οι τοίχοι μάρτυρες βουβοί» κι εμείς «Υπέροχα μονάχοι».

Μέρες βροχής κι ένας αέρας δυνατός
σε παρασέρνει σε αδέσποτο σεργιάνι.
Σκηνές φιλμάρεις με μια κάμερα νυχτός
ξέμπαρκα μάτια και φευγάτα στο λιμάνι.

Στην πολιτεία οι τοίχοι μάρτυρες βουβοί
φορούν συνθήματα παλιά ξεθωριασμένα.
Ξέρω θα φύγεις πριν χαράξει η αυγή
κι εγώ θα μείνω δίχως άλλοθι κανένα.

Μην πεις ποτέ ποτέ πως όλα ήτανε μια πλάνη
περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει.
Βάλε σημάδια μες στη νύχτα μη χαθείς
είναι πιο εύκολο να κλαις παρά να ζεις.

Έλεγες αύριο θα ‘ναι ο κόσμος φωτεινός,
έλεγα είναι με το μέρος μας ο χρόνος.
Δεν ειν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός,
τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος.

2 Μαρ 2021

Μεταξύ μας…

             Αν δεν ήταν κι η Μήδεια, δεν θα ’χαμε να μιλάμε τώρα. Πάει πέρασε.  Έτσι δείχνει προσώρας, τούτος ο λανθασμένος χειμώνας. Έφυγαν μια μια οι μέρες. Έφυγε κι ο Φεβρουάριος. Καιρό τώρα, είναι που έχει ξεμυτήσει και γυροφέρνει μια φοβισμένη (ίσως και θαρραλέα) άνοιξη. Εξαρτάται πως το βλέπει κανείς. Δεν μπορώ να προφητέψω αν μετανιώσει ο χειμώνας και ξανάρθει. Εγώ πάντως, πιστός ακόλουθος της περίλαμπρης εποχής, «υπογράφω» την απόδειξη της αγάπης μου προς αυτήν κι εκείνη με πείθει να την ακολουθήσω εκεί που ξέρω ότι θα τη βρω.
Θα με ρωτήσετε: πώς και δεν πλήττω με όλο τα ίδια και τα ίδια; Όχι δεν πλήττω! Αφού στις ίδιες διαδρομές, κάθε φορά κάτι καινούργιο και αδιόρατα αλλιώτικο βρίσκω που δεν το είχα δει την προηγούμενη φορά. Στην… περασμένη επανάληψη.
Ήταν οι πυράκανθοι, οι ανεμώνες, τα μούσκουρι, οι καμπανούλες, τα στουρέκια, δίχως να παραβλέπω τις ήδη από καιρό ανθισμένες γαζίες και τις αμυγδαλιές αλλά και κάποιες βιαστικές εμφανίσεις σαν τις αγριομολόχες με τα μοβ άνθη τους καθώς και τα όμορφα μικρά, ταπεινά και λεπτεπίλεπτα χαμομήλια που, κατά συστάδες, ξετρυπώνουν από παντού και ειρωνεύονται το πράσινο χορτάρι τρώγοντας χώρο απ’ το χώρο τους.
Μεταξύ μας τώρα, όχι δεν πλήττω αφού επιστρέφοντας φέρνω μαζί μου έγχρωμες εικόνες με απλή καταγραφή της ομορφιάς στο κινητό μου.

19 Φεβ 2021

«αν ήμουν Θεός για μια μέρα…»

Μεγάλη Παρασκευή 17 Απριλίου 2009. Η δημοσιογράφος Ντόρα Πολίτη με χρίζει Θεό και μου παίρνει συνέντευξη για τη στήλη της: «αν ήμουν Θεός για μια μέρα…» στην εφημερίδα ΑΙΟΛΙΚΑ ΝΕΑ 


Σαν άνθρωπος της ξενιτιάς και τώρα… Θεός, πώς θα παρέμβεις στα… του νόστου;

Θα έκανα, να μην υπάρχει ξενιτιά, ούτε και μετανάστες. Θα τους πρόσφερα εδώ στην πατρίδα, όλα όσα ψάχνουν στα μακρινά που πάνε. Θα έκανα, η Ελλάδα ν’ ακούει τους χτύπους της καρδιάς των ξενιτεμένων, να μην αδιαφορεί, ν’ αφουγκράζεται τη νοσταλγία για την «Ιθάκη» τους. Και σαν Θεός, θα έκανα το θαύμα για τους δικούς μας απόδημους για να μην νιώθουν στα ξένα Έλληνες και στην Ελλάδα… ξένοι.

Σαν «λογοτέχνης» Θεός, ποιους μεγάλους του λόγου και του πολιτισμού θα ξανάφερνες απ’ τον Άδη, για να λάμψει και πάλι η Ελλάδα;

Τούτο χρειάζεται πολλή δουλειά και μια μέρα δεν φτάνει ούτε για το Θεό. Θα το απλοποιήσω λοιπόν. Χωρίς δεύτερη σκέψη, σ’ όλους τους μεγάλους Αρχαίους θα ξανάδινα «διαβατήριο» για πίσω στο φως. Είναι οι μόνοι που άφησαν παρακαταθήκη πολιτισμού και οι μόνοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, για τους οποίους νιώθουμε περήφανοι. Αυτοί έκαναν την Ελλάδα να λάμψει, όταν οι άλλοι βάδιζαν ακόμα στα σκοτάδια και αυτοί θα μπορούσαν να το ξανακάνουν.

Σε ποια χώρα θα παρενέβαινες για έπαινο ή για… παραδειγματισμό;

Στην Υπερδύναμη. Θα μάζευα όλους τους πολιτικούς της και θα τους μοίραζα σε χώρες που είναι σημαδεμένες από τις παρεμβάσεις τους. Να ζήσουν εκεί, και να υποστούν τα έργα των χειρών τους στο ίδιο τους το πετσί.

Για την γενέτειρά σου τη Μήθυμνα κάτι εξαιρετικό που θα έκανες;

–  Είναι το αραξοβόλι μου αυτός ο τόπος. Τον κουβαλώ, τον πονώ, τον ποθώ! Θα υλοποιούσα λοιπόν την ιδέα ενός φίλου. Θα επέβαλα τον κιθαρωδό Αρίωνα σαν το σύμβολο της Μήθυμνας παντού και τότε θα ερχόταν η εξέλιξη και η αναγνωρισιμότητά της σε μια μέρα, όσο κι εγώ θα ήμουν Θεός. Αλλά το δώρο μου στη Μήθυμνα θα έμενε στους αιώνες.

Για το θνητό εαυτό σου τι θα έκανες;

Θα μου έδινα… παράταση μήπως… προκάνω και κάτι, αλλά, κακά τα ψέματα. Σε μια μέρα, όσο Θεός κι αν είσαι, δεν τα καταφέρνεις, έτσι που έγιναν τα πράγματα. Θα εξολόθρευα πάντως τον πόνο, τις αρρώστιες, τον άδικο θάνατο και για μένα και για όλους. Και… λίγο πριν τελειώσει η εξουσία μου του 24ώρου, θα με ξανάκανα και πάλι παιδί! Ήμαρτον, Θεέ μου…

Οικουμενικός Πατριάρχης, Πάπας ή κανένας;

Δυστυχώς κανένας! Άλλωστε και στις δημοσκοπήσεις ο… κανένας προηγείται, αφού οι αντιπρόσωποι του Θεού δεν πείθουν…

Μέρα Επιταφίου σήμερα και η ερώτηση άκρως επίκαιρη. Θα ξανάστελνες το «Γιο σου» σήμερα με ευλογίες και προσευχές όπως τότε ή θα του έδινες… καλάσνικοφ στο χέρι;

Θα του ’λεγα: «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον», τώρα κι αν χρειάζεται να σε ξαναστείλω, τώρα που ο κόσμος που πλάσαμε έγινε αγνώριστος. Για να μην παραβιάσω όμως την 6η εντολή μου: «ου φονεύσεις» θα τον έστελνα όχι με καλάσνικοφ, αλλά με βούρδουλα, μαστίγιο και φραγγέλιο σίγουρα. Αν και σαν «Θεός», ξέρω πως πάντα ο όχλος θα βρίσκει τρόπο να ξανασταυρώνει τον «Υιόν του Ανθρώπου».

Ντόρα Πολίτη
Αιολικά Νέα

9 Ιαν 2021

Τι να γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας;


       Λένε πως μέσα μας υπάρχει ένας κόσμος που ταξιδεύει ψάχνοντας το χτες. Σελίδες παραμυθιού, που ξέχασε ο χρόνος να γυρίσει, έρχονται να μας ταξιδέψουν ανάμεσα σε όλα όσα λαχταράμε. Βυθίζεις, κάθε φορά, το χέρι σου μέσα στα χρόνια να βρεις αυτά που το καθένα τους έχει τη χάρη και την αξία του. Γεγονότα σημαντικά που δεν μπορείς –και δεν πρέπει– να τα διαγράψεις απ’ τα μάτια σου, μήτε απ’ το μυαλό σου, γιατί είναι αυτή η νοσταλγική διάθεση που, κατά καιρούς, μας αναγκάζει να επιστρέφουμε σαν κάτι να ξυπνάει μέσα μας. Άλλωστε είναι φυσικό να ποθούμε, ό,τι μας λείπει... 

     Στη ζωή, δεν είμαστε εμείς που επιλέγουμε την πόλη που θα ζήσουμε. Άλλα είναι αυτά που συνωμοτούν γι’ αυτό. Δεν έχω ζήσει παρά  μόνο σε τρεις πόλεις. Η μία δεν είναι ούτε καν πόλη, είναι το χωριό που γεννήθηκα κι έζησα τα παιδικά μου χρόνια: η Μήθυμνα της Λέσβου. Ο τόπος της παιδικής μου μνήμης και της γήινης νοσταλγίας μου. Η άλλη είναι η πόλη της εφηβείας, της ενηλικίωσης και της μισής και κάτι ζωής μου: η Βαλένσια της Βενεζουέλας. Σ’ αυτή τη φιλόξενη πόλη άφησα το στίγμα και τα χνάρια μου. Και τώρα η Αθήνα, μια πόλη που ακόμη την μαθαίνω και… δεν θα έλεγα πως την έχω αγαπήσει... 
       Σ’ αυτές τις τρεις πόλεις θα πρέπει να ψάξω να βρω κάτι από τον εαυτό μου. Και το βρήκα σ’ αυτή όπου, στα δεκάξι μου χρόνια, σαν μια βαρκούλα που λαχταράει ωκεανούς, έφτασα φορτωμένος με τα πιστεύω και τις καταβολές του τόπου που με γέννησε και με τα πρέπει των γονιών και των δασκάλων μου, βαθιά ριζωμένα στο μυαλό μου. 
     Μου συμβαίνει συχνά να διαβαίνω το σήμερα, να πορεύομαι προς το αύριο, αλλά και κάποιες φορές, τραβάω, την κουρτίνα μήπως και… συναντήσω το χτες. Η ζωή έχει γυρίσματα, αυτό είναι σίγουρο. Κι εδώ συμφωνώ απόλυτα με τον Δανό φιλόσοφο Κίρκεγκορ –αλίμονο φιλόσοφος είναι αυτός– που σ’ ένα απόφθεγμά του λέει: «Η ζωή βιώνεται κοιτάζοντας προς τα εμπρός, αλλά την κατανοούμε κοιτάζοντας προς τα πίσω». Δίνω μια μικρή στροφή, λοιπόν, ψάχνοντας πίσω στο παρελθόν μήπως και ξαναβρώ εκείνα τα όνειρα και τις υποσχέσεις, να δω τις εικόνες που δεν χάνονται απ’ τα μάτια μου, μήτε σβήνουν απ’ τη μνήμη μου. Τούτες τις μέρες συλλογίζομαι κι αναπολώ εκείνη τη μακρινή μου πόλη. Αυτή όπου έζησα τα δύο τρίτα σχεδόν, της μέχρι τώρα ζωής μου. Σ’ αυτή «ταξιδεύω» με τη φαντασία μου για να τη συναντήσω. Να δω ξανά τη ζωή μου. Εκεί όπου έκλαψα, γέλασα κι αγάπησα, όπου αντρώθηκα, ερωτεύτηκα, διδάχτηκα και ονειρεύτηκα. Και πόσα άλλα ακόμη, που ήρθαν και άλλαξαν τη ζωή μου. Και… το σπουδαιότερο απ’ όλα ότι εκεί έκανα και την οικογένειά μου! Ε, δεν μπορεί παρά αυτή την πόλη να την αγαπώ! 
     Εκεί, έψαξα και βρήκα τους δικούς μου, προσωπικούς δρόμους. Δέθηκα με διαφορετικούς ανθρώπους, δεν είχε σημασία ούτε η καταγωγή, ούτε η θρησκεία, ούτε το χρώμα. Έμαθα να έχω ανοιχτό μυαλό, να δέχομαι το διαφορετικό και να το καταλαβαίνω. Και παρ’ όλο που δεν ένιωθα να με συνεπαίρνει και να με καταπιέζει το περιβάλλον, όπως θα μπορούσε να είχε συμβεί, ονειρευόμουν το μέλλον· δεν το φοβόμουν. Είχα εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Μια εσωτερική, αόρατη δύναμη, μέσα μου, πολεμούσε τον φόβο και τον αντικαθιστούσε με ελπίδα. Ελπίδα ίσον μέλλον, τότε... Τώρα μνήμες. Μνήμες ίσον παρελθόν. Γι’ αυτό έλεγα, προηγουμένως, πως τραβώντας την κουρτίνα, έψαχνα να συναντήσω το χτες, γιατί έτσι είναι η μνήμη, ξεπετάγεται εκεί που δεν την περιμένεις σε πιάνει απ’ το χέρι και σε σέρνει ξανά πίσω. 
       Με το μέλλον τότε και με το παρελθόν τώρα, ζω το παρόν. Κι αναρωτιέμαι ανατρέχοντας στο στίχο του Σεφέρη: «Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας / πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα / από λιμάνι σε λιμάνι;». Ένα σωρό πράγματα γυρεύουν, αυτά που άφησα πίσω σ’ αυτή την πόλη. Κομμάτια και στιγμές μιας ζωής που δεν μπορώ, δεν γίνεται να τα αγνοήσω. Και τη νοσταλγώ όχι για το τώρα, αλλά για το τότε, για τις ελπίδες και τα όνειρα που με άφηνε να κάνω. Αυτά γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας...