«Είμαι πάρα πολλά για να μην είμαι τίποτα και πολύ λίγος για να είμαι κάτι»… * * * * * «Ψάχνω να βρω λέξεις… που να "αγγίζουν" κι αγγίγματα που να μιλούν»…

19 Οκτ 2021

«Η ζωή σου σε προσπερνά. Γιατί τη σπαταλάς σε οθόνες»;


Σε μια συνέντευξη της βραβευμένης δημοσιογράφου και συγγραφέα του βιβλίου  Πώς να χωρίσετε με το κινητό σας κυρίας Catherine Price διαβάζω:  
«Ο χωρισμός από το τηλέφωνό μας δεν σημαίνει ότι πρέπει να το ξεφορτωθούμε εντελώς. Αντιθέτως, πιστεύω ότι πρέπει να δημιουργηθεί μια πιο υγιής σχέση με αυτό. Ουσιαστικά, στο πλαίσιο αυτό μπορείτε να διατηρείτε αυτά που αγαπάτε από το τηλέφωνό σας και να ελαχιστοποιείτε όλα εκείνα τα οποία δεν χρειάζεται να κάνετε. Με άλλα λόγια, είναι όπως όταν φεύγεις από ένα βασανιστικό ειδύλλιο στο οποίο λαχταράς συνεχώς το άλλο άτομο, δεν αντέχεις να είσαι χωρισμένος και, τελικά, επιλέγεις απλώς να μπορείς να είσαι φίλος. Οπότε, ο «χωρισμός» με το τηλέφωνό σας δεν σημαίνει ότι ξοδεύετε λιγότερο χρόνο σε αυτό, αλλά έχει να κάνει με το να αφιερώνετε πολύ περισσότερο χρόνο στη ζωή σας». 
»Τα τηλέφωνα μας κλέβουν την καθημερινότητά μας, τη μοναδική και πολύτιμη ζωή μας συνεχώς».
«Η ζωή σου σε προσπερνά. Γιατί τη σπαταλάς σε οθόνες»;

Κι εγώ κρατάω τη σύστασή της και προσπαθώ να την κάνω πράξη και μότο ζωής. 

28 Ιουν 2021

«Κόνισμα» στο εικονοστάσι μου σ’ έκανα, σύντεκνε…

Ένας μερακλής Κρητικός είναι που τον «συνάντησα» τυχαία να «κυμματοδρομεί» και να σκορπίζει το σοφό του λόγο στο διαδίκτυο, μ’ έκανε να τον λατρέψω με τα υπέροχα «ξεσπάσματά» του. Ξεσπάσματα λόγου απλού, λακωνικού, εύπλαστου και ποιητικού, θα έλεγα. Ιδιαίτερη κρητική διάλεκτος, στρωτή και εύηχη, που μπορεί να διαβάζεται με δυσκολία, ωστόσο ρέει καθάρια σαν κελάρυσμα νερού. Ένας Ζορμπάς! Ένας Καζαντζάκης! Ένας σωστός Κρητίκαρος! Παρεμβάλλω μια φράση ενός δικού μας Μυτιληνιού που, όταν γνώρισε τον Αντώνη Πρωτοπάτση ξεστόμισε: «Τούτους είνι ιβδουμήντα ουκαδιών καρδιά, ούλους καρδιά»… Έτσι, είμαι σίγουρος, πως θα είναι ο κ. Μιχάλης Στρατάκης, όλος καρδιά!
Τώρα εγώ, «πάτησα» πάνω στα γραφτά του, το λέω εγκαρδίως και ειλικρινώς, αντέγραψα ακριβώς (απολογούμαι το παράπτωμα με την ελπίδα να μην τον ενοχλεί) και σας φιλεύω με δυο θαυμάσια κείμενα. Δυο ιστορίες του που, με περισσή μαστοριά έγραψε.
"Κόνισμα" στο προσκυνητάρι μου σ' έκανα...

Καμιά φορά, που λες, μια κουβέντα ενούς αθρώπου, φτάνει και περισσεύει για να σε κάμει ν’ αλλάξεις συνήθειες και γνώμες μιας ζωής. Στο κονάκι ενούς τέθιου αθρώπου βρέθηκα, ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα του «πάμε στο σπίτι να πιούμε μια, μα ετσά μοσχάτη ρακή σάικα δεν έχεις ματαπιεί ποτές σου».
Με το που εκάτσαμε ‘πο κάτω από τη μουρνιά στην αυλή του, εντάκαρε να κουβαλεί του Αβραάμ και του Ισαάκ τα καλά στο τραπέζι. Μέχρι και ασκορδουλάκους έφερε, απού ‘χα χρόνους να γευτώ. Έφερε κι ένα μισοκαδιάρικο μπουκάλι ρακή και το βρόντηξε στην τάβλα.
«Εδά που θα πιείς, πε μου άμα έχεις ξαναπιωμένη ετσά ρακή» μου ‘πε κι έκατσε.
Έπιασε το μπουκάλι και έβαλε στα ρακοπότηρα, μα ίντα να σασε πω, μήτε μισό δαχτύλι ρακή!
Πρώτη μου φορά εθώρουνα ετσά λοής τσιγκούνικο κέρασμα. Μα από την άλλη, εθώρουνα τους μεζέδες κι έλεγα από μέσα μου «μπα, τσιγκούνης δεν είναι». Ετσουγκρίσαμε τα ποτήρια, «καλώς εσμίξαμε κουμπάρε» μου ‘πε, «πάντα με το καλό να σμίγουμε κουμπάρε» του ‘πα και πάει η πρώτη. Ονειρεμένη ρακή από τ’ αμπέλια του Πρινιά.
Έπιασα κι εγώ το μπουκάλι να κεράσω κι έβαλα στα ποτήρια ετόσηνα ρακή, όση ήμουνε συνηθισμένος να βάνω. Ίσαμε πάνω, για να μπορεί στι πιώμα να βρεί η κορφή τον πάτο. «Λίγη λίγη βάνε τη ρακή κουμπάρε» μου ‘πε.
Εμάργωσα, σε δύσκολη θέση εβρέθηκα, γιατί μια ολιά προσβλητική άκουσα την κουβέντα του. Εκατάλαβε το κι έβαλε τα γέλια, μα πράμα δε μου ‘πε.
Σαν ήρθε η ώρα να ξανακεράσει, ντάκα το ίδιο, μισό δαχτύλι ρακή έβαλε στα ποτήρια. Δεν άντεξα.
«Συμπάθα με, κουμπάρε, μα πε μου γιάντα βάνεις ετόση να λίγη ρακή στα ποτήρια;» τονε ρώτηξα. Έπιασε το μπουκάλι και μου απάντησε: «Για να τ’ αδειάσομε, κουμπάρε»!
Αστροπελέκι έπεσε στο νου μου η κουβέντα του και φώτισε το σκοτίδι μου.
Εκατάλαβα πως χίλια δίκια είχε κι όλου του κόσμου η σοφία κρυβότανε στα λόγια του.
Για ν’ αδειάσεις το μπουκάλι, πρέπει να τηνε πίνεις σταλιά σταλιά. Και τ’ αδειάσαμε το μπουκάλι κι έβαλε και στο μηχάνημα ν’ ακούμε Σκορδαλό ν’ αναντρανίζει η ψυχή μας κι εγώ ευτυχισμένος αιστανόμουνα που είχα μάθει ακόμη μια ακάτεχη μεγάλη αλήθεια.
Για ν’ αδειάσω το μπουκάλι τση ζωής μου, πρέπει να πίνω σταλιά σταλιά και τα καλά της και τα κακά της. Σταλιά σταλιά, γιατί μαζωμένα, σκοτώνουνε το ίδιο και τα δυό.


Και όταν είχαμε πιεί κάμποση ρακή και είχε ξεχαλιναρωθεί ο νους μας, του 'καμα την ερώτηση: -''Πε μου δα εσύ που κατέχεις, ίντα χρειάζεται ο άθρωπος για να ζήσει;'' 
-''Ο περήφανος θέλει μόνο παξιμάδι, ελιές, τυρί, κρασί, ρακή, λάδι, νερό κι ένα κλαδί φασκομηλιά να το μυρίζει. Πράμα άλλο δε χρειάζεται.'' μου απάντησε.
-''Κι αυτός που δεν είναι περήφανος; ''ζήτησα τη συνέχεια της ορμηνιάς του.
-''Αυτός σύντεκνε, όσα και να 'χει, θέλει να 'χει εκείνα που δεν έχει.'' μου αποκρίθηκε.
Σκέφτηκα πολλή ώρα τούτες τις κουβέντες του και του 'καμα άλλη ερώτηση:
-''Και για να 'ναι ο άθρωπος ευτυχισμένος, ίντα πρέπει να ΄χει;''
Πριν καλά καλά ολοκληρώσω την ερώτησή μου ήρθε η απάντησή του:
-''Φίλους σύντεκνε. Πολλούς φίλους. Μιλιούνια φίλους. Όλους τσ' αθρώπους να 'χει φίλους. Και λίγους συγγενείς. Οι συγγενείς χρειάζονται μόνο για να κάνουνε στον άθρωπο απαραίτητους τσι φίλους. Να χαίρεται τσι φίλους του και να αντέχει τσι συγγενείς του.''
Δεν τον ρώτησα πράμα άλλο. Μόνο, σαν ήρθε η ώρα να τον αποχαιρετήσω, μου 'καμε αυτός μια ερώτηση:
-''Κατέχεις σύντεκνε γιάντα χαίρομαι τη φιλιά σου;'' Δεν του απάντησα.
-''Γιατί πίνεις ρακή σύντεκνε, γιατί σου φτάνει για μεζές ένα παξιμάδι και μια χαχαλιά ελιές και γιατί γυρεύεις να μάθεις από μένα τον αγράμματο.'' απάντησε μόνος του στην ερώτησή του.
-''Ανάθεμα τα γράμματα που κατέχω'' είπα από μέσα μου και τον αποχαιρέτησα.

* Για την αντιγραφή Στράτος Δουκάκης

26 Ιουν 2021

Μια «Σύγχρονη Τραγωδία»…

 * Το παρακάτω κείμενο το έλαβα από την αγαπητή φίλη και ποιήτρια
Τζένη Κουφοπούλου. 
Μου έκαναν εντύπωση οι αλήθειες του 
που «φωτογραφίζουν» τη σύγχρονη ζωή μας
ή τη «σύγχρονη τραγωδία» μας.

Μια «Σύγχρονη Τραγωδία», γραμμένη από καθημερινούς ιππότες της ηλεκτρονικής διαπερατότητας! Ούτε Σοφοκλής ούτε Ευριπίδης, ούτε αίματα ούτε πάθη.

Ο Χάρης, η Ελένη, ο Πήτερ η Ναταλί... όλοι άσημοι και απαράσημοι του έρωτα και της σιωπής, που συναντιώνται λίγα pixels πιο κει απ’ τη συνάντηση, που αγκαλιάζονται εικονικά, κάνουν έρωτα φανταστικά κι αναρωτιούνται ύστερα σε ποιά ερωτογόνο ζώνη του μετρό   θα κατέβουν...

Ζωγραφίζουν τα σώματα ονειρεύονται ηδονές, κρεμούν καρφιά στη μύτη, κρίκους στα χείλη -τα φιλιά φεύγουν τρομαγμένα- στη γλώσσα μικρά μεταλλικά μπαλάκια, να μπερδεύονται τα σύμφωνα, να πνίγουν τις χαρές...
Τα βήματα βιαστικά σε επόμενες αγκαλιές sms, στα μακρινά δευτερόλεπτα μιας ζωής, που κυλάει απ’ τα δάχτυλα και τις μνήμες σα νερό τρυφερό στα ρυάκια της άνοιξης και...φεύγει.
«Α ζωή τί όμορφη που είσαι», ψιθύριζε ο Ζαχ. Παπαντωνίου στα αναγνωστικά του δημοτικού, του δικού μας, σε έναν άλλο χωρόχρονο, που η αγκαλιά ήταν σωμάτινη , αναρχική, φωτοβόλα, τα φιλιά γλυκό του κουταλιού και τα μάτια του έρωτα κατ’ ευθείαν απλώνονταν στης καρδιάς την αλάνα.
Μα η ζωή έχει δύναμη κι ο έρωτας φλόγα... θα καούν κάποια στιγμή, φαντάζομαι και θα ριγήσουν... Είθε! 

Τζένη Κουφοπούλου

18 Ιουν 2021

Η ζωή είναι όντως στιγμές…

           Εδώ και μερικές ημέρες βρέθηκε στην τσέπη μου διπλωμένο ένα χαρτάκι με μια φράση με δυσανάγνωστα γράμματα γραμμένη από μένα: «πορεύομαι με τα υλικά που μου χάρισε η ζωή». Τώρα να σας πω αν την άκουσα ή τη διάβασα δεν είμαι σίγουρος, ωστόσο θυμάμαι ότι τη σημείωσα. Τη σημείωσα γιατί ένιωσα ότι κάπου κολλάει με μένα.
Συμβαίνει, όταν διαβάζω, και λιγότερο όταν ακούω μια φράση που με αγγίζει, με την υποψία πως μπορεί να μου ταιριάζει, τη σημειώνω όπου βρω, ως συνήθως βιαστικά και κακογραμμένα, τόσο που με δυσκολεύει αφάνταστα, όταν έρθει η στιγμή να την επαναφέρω.
Έτσι και τούτη η φράση που, βλέποντάς την τώρα, άρχισε να στριφογυρίζει επίμονα στον περίγυρο του μυαλού μου. Μιας και με προκαλούσε, σκέφτηκα να την παραφράσω, όσο γίνεται, για να μου ταιριάζει καλύτερα. Άλλωστε γι’ αυτό τη σημείωσα τότε. Για κάποιο λόγο.
Προς στιγμήν, η υποψία ενοχής αν το κάνω, μου προκαλεί μια σχετική σύγχυση. Δοκιμάζω, με τη λιγότερο άδικη επέμβαση, και την γράφω δίχως να αλλάξω το νόημα και δίχως να την «κακοποιήσω». Το τολμώ κάνοντάς την, με μόνο μια λέξη, πιο συγκεκριμένη: «πορεύομαι με τα υλικά που μου χάρισαν στιγμές της ζωής μου»! Μου ταιριάζει απόλυτα και δίχως δεύτερη σκέψη την κάνω μότο μου.
Άλλωστε, και στα αθέατα μονοπάτια της πορείας μου, ανέκαθεν κουβαλούσα αυτό το υλικό από στιγμές που μου έδινε ο εαυτός μου. Ακόμη και οι ασήμαντες που δεν τις παραβλέπω μήτε τις ξεχνώ γιατί αν τις απομονώσω και τις κόψω θεωρώ ότι ακρωτηριάζω ένα μέρος της ζωής μου. 

1 Ιουν 2021

Σε πρώτο πρόσωπο…

Προσφεύγω, έστω και μια φορά στο τόσο, στα όμορφα και τα σοφά του κόσμου. Απ’ αυτά κρατιέμαι προκειμένου να γράψω ό,τι και –κυρίως– όσα θέλω…
Του το κρατάω αυτού του κόσμου…
Εντοπίζω τα δύσκολα, μετράω τα λάθη και τις παραλήψεις. Ενίοτε απρόβλεπτα.
Και δυστυχώς αμέτρητα.
Ανιχνεύω σε απαράγραπτες αλήθειες εκείνη που μπερδεύτηκε με τον μύθο κι έγινε παραμύθι.
Η αλήθεια μου! 
Αφουγκράζομαι, ανάμεσα σε άφωνα αποσιωπητικά, μια γλυκόλαλη σιωπή πληρότητας και γαλήνης που επιμένει… Ως εκ τούτου έχει κάθε δικαίωμα να επιμένει.
Όσο κι εγώ να την ανέχομαι.
Σωπαίνω αφήνοντας λόγια δίχως φωνή και δίχως πνοή να συμπορεύονται σε αχαρτογράφητες διαδρομές, όπου ο χρόνος εναρμονίζεται στο ρυθμό μιας ανάσας.
Αυτά αναλαμβάνει να τα βολέψει η ψυχή.
Επεξεργάζομαι τον ατέλειωτο χρόνο που εμπλέκεται ανάμεσα στα κενά των λέξεων και των στίχων μικρά κομμάτια της ίδιας φράσης που αποδίδουν ξεκάθαρα τις δικές τους επιβεβλημένες αποστάσεις αλλάζοντας σχήμα και νόημα.
Να το συλλάβω και να το ερμηνεύσω…
Ξεκλειδώνω με το κλειδί του σολ μια μελαγχολική κι απόμακρη μπαλάντα, από καιρό ξεχασμένη στις κοινόχρηστες μουσικές μου, που κάνει τις νότες διαφορετικά να ηχούν και τους στίχους άλλα να σημαίνουν.
Τ’ αφήνω να παίξει να πλημυρίσει η νύχτα μουσικές κι ο μέσα κόσμος νότες…
Πορεύομαι με μια Canon στο χέρι, ενώ το επίμονο φως κάνει στην άκρη - κι εγώ αυτό που νοιάζομαι είναι για να αποδώσω το ακριβές της ομορφιάςνα περισώσω όσα περιθώρια μου έδωσε η πρωινή διαύγεια.
Αφιερωμένη με τη δέουσα τρυφερότητα στη διάθεσή μου…


Σεργιανίζω σε τόπους ξάστερους και φωτεινούς, εκεί που τα όνειρα ζωντανεύουν και οι αγκαλιές είναι προορισμοί.
Εν τω μεταξύ,  κατέβαινα στις στάσεις, ν’ ανταμώσω τον ορίζοντα.
Επιστρέφω σε μέρη που χάραξαν το ίχνος τους μέσα μου.
Εγώ θα επιστρέφω κι εσύ θα επιμένεις να με δέχεσαι…
Και τελικά:
Μαζεύω τον ίσκιο μου μπας και χωρέσω το αχώρητο εφήμερο στο ευρύχωρο κενό μου.
Με μπόλικο καθόλου! 
Και τι να πεις με δυο κουβέντες της στιγμής; 
Ε, ναι, σε κουβέντα να βρισκόμαστε…

11 Μαΐ 2021

Ως αντίδωρο σε κάτι ευγενικές ψυχές που με κέρασαν μέλι…

Συμπεράσματα από το απόθεμα των σχολίων…
 

Κάποιες φορές, ακούω ή διαβάζω εγκωμιαστικά σχόλια για κάτι που έγραψα ή για μια φωτογραφία που ανέβασα κι αυτό με συγκινεί και φυσικά με ικανοποιεί ιδιαίτερα. Είναι μικρές, διακριτικές και πολύτιμες χειρονομίες από ευγενικές ψυχές. Πάντα δίνω σημασία σ’ αυτά τα αγνά αποτυπώματα, τις λεπτομέρειες, τις αθώες και ευαίσθητες παρατηρήσεις που ο καθένας αυθόρμητα αφήνει και τα οποία, δεν χωρεί αμφιβολία, αποκτούν ξεχωριστό ενδιαφέρον.
Ξέρω ότι δεν τα γράφουν για να εντυπωσιάσουν, αλλά για να εξωτερικεύσουν συναισθήματα ανθρώπινα, συναισθήματα που, λίγο-πολύ όλοι έχουμε βιώσει.
Άλλωστε, κι εγώ, σε ό,τι κάνω προσπαθώ να  μεταφέρω, με τον δικό μου τρόπο τα δικά μου συναισθήματα, τις δικές μου –υπέρμετρες πολλές φορές–  ευαισθησίες. Εκτιμώ πολύ που κάποιοι έτυχε να το προσέξουν και θέλησαν να το εκφράσουν. Και είναι τότε που διαπιστώνω μέσα μου και το συνειδητοποιώ καλύτερα, ότι, τελικά είναι το μέλι που ξέμεινε στα χείλη όσων μίλησαν γι’ αυτά και… για μένα, σπεύδοντας, δίχως τον παραμικρό εγωισμό και με τη δέουσα τρυφερότητα, να το μοιραστούν...

Στην πραγματικότητα μ’ αρέσει που το κάνουν. Κι εγώ το κάνω. 

7 Μαΐ 2021

Κυριακή 9 Μαΐου Ημέρα της Μητέρας

Ας κρατήσουμε μέσα μας όλες τις όμορφες στιγμές που ζούμε ή που ζήσαμε μαζί της. Ας της χαρίσουμε το «ευχαριστώ» που οφείλουμε για κάθε στιγμή που μοιραστήκαμε. Ας μείνουμε, έστω για λίγο, στις απλές στιγμές, στα αγγίγματα, στις αλήθειες των λέξεων, των σκέψεων, των σιωπών, των φωνών, των ψιθύρων. Στα βλέμματα που στοχεύουν στα μάτια και γίνονται ανάσες. Στα αληθινά αλλά και στα άλλα που δεν έγιναν λόγια, δεν έγιναν χάδι δεν έγιναν «σ’ αγαπώ»! 

Χρόνια πολλά, λοιπόν, στις μάνες που ζουν
και περιμένουν ένα «σ’ αγαπώ» απ’ το παιδί τους,
μα… και σε κείνες που ταξίδεψαν στην αιωνιότητα της ΑΓΑΠΗΣ.

Το αξίζουν. Ποτέ δεν είναι αργά. 

30 Απρ 2021

Μεγάλη Παρασκευή

 Πάντα στον κόσμο θα 'ρχεται Παρασκευή Μεγάλη
και κάποιος θα σταυρώνεται για να σωθούν οι άλλοι...
Νίκος Γκάτσος

Σήμερα Μεγάλη Παρασκευή, η κορύφωση του Θείου Δράματος, η μαγεία της Μεγάλης Εβδομάδας σ’ όλη της την κατάνυξη και όλη τη δραματικότητα. Είναι η θλίψη, η μελαγχολία και η ελπίδα για μια καινούργια μέρα, μια καινούργια ζωή, μια ακόμα Άνοιξη. Είναι τα λόγια από τους ύμνους της που μουρμουρίζεις χωρίς να το σκεφτείς: «Αι γενεαί πάσαι, Ω γλυκύ μου έαρ»… οι πιο όμορφοι ύμνοι στην ελληνική γλώσσα. Δεν είναι η Μεγάλη Παρασκευή, είναι το βάρος μιας μεγάλης Παρασκευής, το καθολικό δράμα της ίδιας της ανθρωπότητας. Της ζωής μας που θλιμμένη σιωπηλή περιδιαβαίνει τους ανόσιους τούτους καιρούς στην ερημιά της. Είναι οι Μεγάλες Ώρες, η Αποκαθήλωση του Εσταυρωμένου και η Περιφορά του Επιταφίου. Η παράδοση που ανήκει σε όλους όσοι τη νιώθουν.

26 Απρ 2021

Καλή και Ευλογημένη Μεγάλη Εβδομάδα και... καλό δρόμο προς την Ανάσταση!

Είθε,
Η Θυσία του Θεανθρώπου να μας κάνει ταπεινούς.
Η Ελπίδα της Ανάστασης να μας δώσει κουράγιο.



Η υψηλότερη μορφή της άνοιξης που ξέρω: μια ελληνική Μεγάλη Εβδομάδα.

Γ. Σεφέρης

29 Μαρ 2021

Εφημερίδα ΑΝΘΡΩΠΟΙ, Νοέμβριος 1987

 Εφημερίδα ΑΝΘΡΩΠΟΙ, Νοέμβριος 1987  
Μια στο καρφί και μια στο πέταλο.

Τότε, το 1987, εξέδιδα στη Βαλένσια της Βενεζουέλας την εφημερίδα ΑΝΘΡΩΠΟΙ. Τώρα, «ξεσκονίζοντας» τα τεύχη της (για άλλο λόγο βέβαια) έρχονται στη μνήμη μου τόσα που, διαπιστώνω τελικά ότι αξίζει τον κόπο να την ξαναδιαβάσω και να την ψηφιοποιήσω (άρθρα, γεγονότα, άνθρωποι, συνεργάτες και χίλιες δυο λεπτομέρειες…) πριν ξεθωριάσουν στην κλεισούρα. Μέσα σ’ όλα διάλεξα (για σήμερα) το παρακάτω άρθρο, από τη στήλη μου «μια στο καρφί και μια στο πέταλο» και το δημοσιεύω, όπως ήταν γραμμένο (σε γραφομηχανή τότε …) για έναν και  μόνο λόγο: και τότε ήμουν μια απ’ τα ίδια: νοσταλγός, ρομαντικός, ονειροπόλος κ.λπ. κ.λπ. Βλέπετε, ο λύκος κι αν εγέρασε…

Μεγεθύνετε τη φωτογραφία με κλικ...

Έγραφα λοιπόν:
Ας αρχίσω, τουλάχιστον σήμερα, με πράγματα που μ’ αρέσουν. Γράφω τη στήλη κι εκτονώνομαι. Το ‘χούμε πει εξάλλου, είναι προσωπική υπόθεση αυτή η στήλη. Αλλά τι έχουν να δουν οι αναγνώστες μας με τα προσωπικά μου; Τέλος πάντων εγώ θα συνεχίσω κι όπου φτάσει.
Δυο εβδομάδες τώρα, αιωρούμαι ανάμεσα στο ΟΧΙ και στο ΙΣΩΣ που τελικά, ύστερα από πολλή σκέψη και… πίεση, έγινε ΝΑΙ. Πίεση; Από που; Ε, αυτό πια δεν το λέω. Έχω κι εγώ τους θαυμαστές μου!
Βασικά, τώρα τελευταία έχω κάτι στεναχώριες. Το να αντικαθιστάς όμως μια στεναχώρια με μια άλλη, πολλές φορές, αυτό είναι ανακούφιση. Ανακούφιση; Μα καλά, τώρα μιλάμε ή βήχουμε;
Ξαναγυρίζω στα παλιά. Τι μ’ έπιασε πάλι; Αυτό είναι νοσταλγία. Το ότι ανήκω, όμως κι εγώ στη γενιά αυτή των ανθρώπων –πιστεύω να’ ταν η τελευταία– των ανθρώπων που έζησαν σαν παιδιά σε γειτονιά. Αυτό από μια μεριά μ’ ενθουσιάζει. Κι αυτή η ζωή –ας το πούμε πια– είναι από τα πολύτιμα χαμένα στοιχεία των ανθρώπων.
Μεγαλώσαμε  με ανθρώπινες σχέσεις υπαρκτές, με φιλίες, με παρέες κι ύστερα; Δεχτήκαμε τόσα πολλά και τόσο ραγδαία που δεν προλάβαμε να τ’ αφομοιώσουμε. Τα δεχτήκαμε όλα με μια καταστρεπτική πρόοδο. Πρόοδος! Μάλιστα αυτή είναι η λέξη. Θυσιάσαμε όλες τις ανθρώπινες ομορφιές για χάρη της προόδου.
Οι εποχές διαδέχονται η μια την άλλη και… φαίνεται σαν ψέμα. Τα χρόνια εκείνα οι άνθρωποι, παρ’ όλες τις μιζέριες τους, ζούσαν πιο ξέγνοιαστοι. Τώρα που ανακαλύψαμε την αλήθεια, την πρόοδο, την εξέλιξη γέμισε όλη μας η ζωή κρυάδα.
Θυμάμαι τα δειλινά, τα ξημερώματα και τα φεγγάρια του νησιού μου που, άθελά τους σε έκαναν ειδωλολάτρη. Είχαν μια ξεχωριστή ομορφιά. Ρομαντισμός θα μου πείτε. Φυσικά ρομαντισμός! Χρειάζεται κάποιες φορές, σου απαλύνει την ψυχή.
Τι κόσμος κι εκείνος! Είχε το δικό του ενδιαφέρον. Τη δική του γνώμη για τη ζωή, ζούσε με μια βεβαιότητα σ’ αυτό που πίστευε. Τότε θέλαμε να ξεφύγουμε απ’ αυτόν τον κόσμο και τώρα ζητούμε να τον ξαναφτιάξουμε ή να τον ξαναζήσουμε έστω. Όμως ο νόμος της φύσης –αλίμονο– δεν το επιτρέπει. Ποτέ πια! Μείναμε με τη νοσταλγία. Κι η νοσταλγία δεν είναι αρκετή.
Υπάρχει κάποια στιγμή στα νιάτα μας που ανοίγει μια πόρτα για να μπει το μέλλον μας. Κι αυτή την πόρτα -δυστυχώς- δεν μπορούμε να την κλείσουμε. Στα νιάτα μου κι εγώ ήμουνα ερωτευμένος με τη Τζένη Καρέζη. Τελικά όμως παντρεύτηκα τη γυναίκα μου. Τι να κάνουμε όλο αυτό είναι ένα μικρό ταξίδι. Ένα ταξίδι με καλύτερες στιγμές. Η νοσταλγία είναι μια αρρώστια και οι νοσταλγοί ρομαντικοί. Όμως, όπως και να το κάνουμε, τον κόσμο αυτόν πάντα θα τον αγαπάμε γιατί τον φτιάξαμε εμείς. 
Σ. Δ.

13 Μαρ 2021

«Υπέροχα μονάχοι»…

Χθες, καθώς βράδιαζε, άκουγα στο ραδιόφωνο το Θηβαίο να τραγουδάει το Ωροσκόπιο του Άλκη Αλκαίου από το άλμπουμ Υπέροχα μονάχοι. Αλήθεια, τι γράφει αυτός ο άνθρωπος… Οι στίχοι του δεν χωρεί αμφιβολία– σου τάζουν ταξίδι και σε παρασέρνουν μαζί τους «σε αδέσποτο σεργιάνι». 

Είναι κάποιες φορές που τα ακούσματα γίνονται εικόνες. Οι εικόνες σκέψεις και οι σκέψεις… λέξεις! Αυτό κάνουν τα τραγούδια, συνοδεύουν στιγμές στη ζωή μας. Και τελικά, το καταφέρνουν! Και να που, ασυναίσθητα, –μ’ ένα πέταγμα σαν αστραπή του νου μου ’ρθε να αντιγράψω, να συνταιριάξω, να μπλέξω τους στίχους του τραγουδιού και να τους «κολλήσω» –βάζοντάς τους σε εισαγωγικά με μπλε χρώμα– ανάμεσα στις σκέψεις μου.
«Έλεγες αύριο θα 'ναι ο κόσμος φωτεινός» και ήταν όντως λαμπερός και φιλάρεσκος ο ήλιος. Κι «έλεγα είναι με το μέρος μας ο χρόνος», άντε καμιά ώρα την ημέρα, ίσα για να λιαστούμε. Εκτεθειμένοι όλο και πιο πολύ στην ηλιοφάνεια που δικαιούμασταν. Τρόπος να κρυσταλλωθεί ο χρόνος δεν υπάρχει. Κι όμως, σ‘ αυτήν την ακατανόητη και περίεργη εποχή το «ρεφρέν» επιμένει: «δεν ειν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός»! Μικρά κομμάτια της ίδιας εικόνας είμαστε κι ο καθένας να ισορροπήσει λίγο ακόμα τις αντοχές του θέλει. «Τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος». Μόνος κι οχυρωμένος πίσω από αόρατα τείχη –εντός σχεδίου κι εκτός εαυτού– αυτοπεριορίζεται στα δικά του όρια.
Καθημερινά βλέπουμε πως τα πρόσωπα γίνονται καθρέφτες, τα χέρια εκπέμπουν σήματα αγωνίας, «ξέμπαρκα μάτια και φευγάτα» τα μάτια μας. Αλλάζουν έκφραση, αλλάζουν διάθεση. Μιλούν χωρίς να λένε τίποτα. Απλά κοιτάζουν στο… άδειο, σαν κάτι να περιμένουν. Ταξιδεύουν εκεί όπου δεν μπορούν, δεν τους το επιτρέπουν οι «κωδικοί μετακίνησης», μήτε κι οι τοίχοι που όρθωσαν ολόγυρά μας.
Ξεμείναμε από παρουσίες, από χαμόγελα, από φωνές, σκεφτόμαστε αγαπημένα πρόσωπα και πλέκουμε υφάδι γύρω τους την έγνοια μας.
Σέρνω τη μολυβιά να υπογραμμίσω το στίχο, να του δώσω μπλε χρώμα, να πιάσει τόπο να σταθεί και να κρατήσει το ίσο με τις σκέψεις μου. Εναλλάσσονται το “εγώ” με το “εμείς”, κρατάνε τις δικές τους επιβεβλημένες αποστάσεις, «βάλε σημάδια» με προστάζουν «μη χαθείς», σύνορα είναι τα σημάδια. Tα σύνορα των ανθρώπων, οι ζωές μας η μία κάτω από την άλλη, η μία δίπλα στην άλλη, που τις χωρίζει ένας τοίχος κι όλοι μαζί μέσα σε έναν μεγαλύτερο τοίχο και δίπλα ένας άλλος τοίχος και παραδίπλα το ίδιο... «Στην πολιτεία οι τοίχοι μάρτυρες βουβοί» κι εμείς «Υπέροχα μονάχοι».

Μέρες βροχής κι ένας αέρας δυνατός
σε παρασέρνει σε αδέσποτο σεργιάνι.
Σκηνές φιλμάρεις με μια κάμερα νυχτός
ξέμπαρκα μάτια και φευγάτα στο λιμάνι.

Στην πολιτεία οι τοίχοι μάρτυρες βουβοί
φορούν συνθήματα παλιά ξεθωριασμένα.
Ξέρω θα φύγεις πριν χαράξει η αυγή
κι εγώ θα μείνω δίχως άλλοθι κανένα.

Μην πεις ποτέ ποτέ πως όλα ήτανε μια πλάνη
περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει.
Βάλε σημάδια μες στη νύχτα μη χαθείς
είναι πιο εύκολο να κλαις παρά να ζεις.

Έλεγες αύριο θα ‘ναι ο κόσμος φωτεινός,
έλεγα είναι με το μέρος μας ο χρόνος.
Δεν ειν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός,
τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος.

2 Μαρ 2021

Μεταξύ μας…

             Αν δεν ήταν κι η Μήδεια, δεν θα ’χαμε να μιλάμε τώρα. Πάει πέρασε.  Έτσι δείχνει προσώρας, τούτος ο λανθασμένος χειμώνας. Έφυγαν μια μια οι μέρες. Έφυγε κι ο Φεβρουάριος. Καιρό τώρα, είναι που έχει ξεμυτήσει και γυροφέρνει μια φοβισμένη (ίσως και θαρραλέα) άνοιξη. Εξαρτάται πως το βλέπει κανείς. Δεν μπορώ να προφητέψω αν μετανιώσει ο χειμώνας και ξανάρθει. Εγώ πάντως, πιστός ακόλουθος της περίλαμπρης εποχής, «υπογράφω» την απόδειξη της αγάπης μου προς αυτήν κι εκείνη με πείθει να την ακολουθήσω εκεί που ξέρω ότι θα τη βρω.
Θα με ρωτήσετε: πώς και δεν πλήττω με όλο τα ίδια και τα ίδια; Όχι δεν πλήττω! Αφού στις ίδιες διαδρομές, κάθε φορά κάτι καινούργιο και αδιόρατα αλλιώτικο βρίσκω που δεν το είχα δει την προηγούμενη φορά. Στην… περασμένη επανάληψη.
Ήταν οι πυράκανθοι, οι ανεμώνες, τα μούσκουρι, οι καμπανούλες, τα στουρέκια, δίχως να παραβλέπω τις ήδη από καιρό ανθισμένες γαζίες και τις αμυγδαλιές αλλά και κάποιες βιαστικές εμφανίσεις σαν τις αγριομολόχες με τα μοβ άνθη τους καθώς και τα όμορφα μικρά, ταπεινά και λεπτεπίλεπτα χαμομήλια που, κατά συστάδες, ξετρυπώνουν από παντού και ειρωνεύονται το πράσινο χορτάρι τρώγοντας χώρο απ’ το χώρο τους.
Μεταξύ μας τώρα, όχι δεν πλήττω αφού επιστρέφοντας φέρνω μαζί μου έγχρωμες εικόνες με απλή καταγραφή της ομορφιάς στο κινητό μου.

19 Φεβ 2021

«αν ήμουν Θεός για μια μέρα…»

Μεγάλη Παρασκευή 17 Απριλίου 2009. Η δημοσιογράφος Ντόρα Πολίτη με χρίζει Θεό και μου παίρνει συνέντευξη για τη στήλη της: «αν ήμουν Θεός για μια μέρα…» στην εφημερίδα ΑΙΟΛΙΚΑ ΝΕΑ 


Σαν άνθρωπος της ξενιτιάς και τώρα… Θεός, πώς θα παρέμβεις στα… του νόστου;

Θα έκανα, να μην υπάρχει ξενιτιά, ούτε και μετανάστες. Θα τους πρόσφερα εδώ στην πατρίδα, όλα όσα ψάχνουν στα μακρινά που πάνε. Θα έκανα, η Ελλάδα ν’ ακούει τους χτύπους της καρδιάς των ξενιτεμένων, να μην αδιαφορεί, ν’ αφουγκράζεται τη νοσταλγία για την «Ιθάκη» τους. Και σαν Θεός, θα έκανα το θαύμα για τους δικούς μας απόδημους για να μην νιώθουν στα ξένα Έλληνες και στην Ελλάδα… ξένοι.

Σαν «λογοτέχνης» Θεός, ποιους μεγάλους του λόγου και του πολιτισμού θα ξανάφερνες απ’ τον Άδη, για να λάμψει και πάλι η Ελλάδα;

Τούτο χρειάζεται πολλή δουλειά και μια μέρα δεν φτάνει ούτε για το Θεό. Θα το απλοποιήσω λοιπόν. Χωρίς δεύτερη σκέψη, σ’ όλους τους μεγάλους Αρχαίους θα ξανάδινα «διαβατήριο» για πίσω στο φως. Είναι οι μόνοι που άφησαν παρακαταθήκη πολιτισμού και οι μόνοι, με ελάχιστες εξαιρέσεις, για τους οποίους νιώθουμε περήφανοι. Αυτοί έκαναν την Ελλάδα να λάμψει, όταν οι άλλοι βάδιζαν ακόμα στα σκοτάδια και αυτοί θα μπορούσαν να το ξανακάνουν.

Σε ποια χώρα θα παρενέβαινες για έπαινο ή για… παραδειγματισμό;

Στην Υπερδύναμη. Θα μάζευα όλους τους πολιτικούς της και θα τους μοίραζα σε χώρες που είναι σημαδεμένες από τις παρεμβάσεις τους. Να ζήσουν εκεί, και να υποστούν τα έργα των χειρών τους στο ίδιο τους το πετσί.

Για την γενέτειρά σου τη Μήθυμνα κάτι εξαιρετικό που θα έκανες;

–  Είναι το αραξοβόλι μου αυτός ο τόπος. Τον κουβαλώ, τον πονώ, τον ποθώ! Θα υλοποιούσα λοιπόν την ιδέα ενός φίλου. Θα επέβαλα τον κιθαρωδό Αρίωνα σαν το σύμβολο της Μήθυμνας παντού και τότε θα ερχόταν η εξέλιξη και η αναγνωρισιμότητά της σε μια μέρα, όσο κι εγώ θα ήμουν Θεός. Αλλά το δώρο μου στη Μήθυμνα θα έμενε στους αιώνες.

Για το θνητό εαυτό σου τι θα έκανες;

Θα μου έδινα… παράταση μήπως… προκάνω και κάτι, αλλά, κακά τα ψέματα. Σε μια μέρα, όσο Θεός κι αν είσαι, δεν τα καταφέρνεις, έτσι που έγιναν τα πράγματα. Θα εξολόθρευα πάντως τον πόνο, τις αρρώστιες, τον άδικο θάνατο και για μένα και για όλους. Και… λίγο πριν τελειώσει η εξουσία μου του 24ώρου, θα με ξανάκανα και πάλι παιδί! Ήμαρτον, Θεέ μου…

Οικουμενικός Πατριάρχης, Πάπας ή κανένας;

Δυστυχώς κανένας! Άλλωστε και στις δημοσκοπήσεις ο… κανένας προηγείται, αφού οι αντιπρόσωποι του Θεού δεν πείθουν…

Μέρα Επιταφίου σήμερα και η ερώτηση άκρως επίκαιρη. Θα ξανάστελνες το «Γιο σου» σήμερα με ευλογίες και προσευχές όπως τότε ή θα του έδινες… καλάσνικοφ στο χέρι;

Θα του ’λεγα: «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον», τώρα κι αν χρειάζεται να σε ξαναστείλω, τώρα που ο κόσμος που πλάσαμε έγινε αγνώριστος. Για να μην παραβιάσω όμως την 6η εντολή μου: «ου φονεύσεις» θα τον έστελνα όχι με καλάσνικοφ, αλλά με βούρδουλα, μαστίγιο και φραγγέλιο σίγουρα. Αν και σαν «Θεός», ξέρω πως πάντα ο όχλος θα βρίσκει τρόπο να ξανασταυρώνει τον «Υιόν του Ανθρώπου».

Ντόρα Πολίτη
Αιολικά Νέα

9 Ιαν 2021

Τι να γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας;


       Λένε πως μέσα μας υπάρχει ένας κόσμος που ταξιδεύει ψάχνοντας το χτες. Σελίδες παραμυθιού, που ξέχασε ο χρόνος να γυρίσει, έρχονται να μας ταξιδέψουν ανάμεσα σε όλα όσα λαχταράμε. Βυθίζεις, κάθε φορά, το χέρι σου μέσα στα χρόνια να βρεις αυτά που το καθένα τους έχει τη χάρη και την αξία του. Γεγονότα σημαντικά που δεν μπορείς –και δεν πρέπει– να τα διαγράψεις απ’ τα μάτια σου, μήτε απ’ το μυαλό σου, γιατί είναι αυτή η νοσταλγική διάθεση που, κατά καιρούς, μας αναγκάζει να επιστρέφουμε σαν κάτι να ξυπνάει μέσα μας. Άλλωστε είναι φυσικό να ποθούμε, ό,τι μας λείπει... 

     Στη ζωή, δεν είμαστε εμείς που επιλέγουμε την πόλη που θα ζήσουμε. Άλλα είναι αυτά που συνωμοτούν γι’ αυτό. Δεν έχω ζήσει παρά  μόνο σε τρεις πόλεις. Η μία δεν είναι ούτε καν πόλη, είναι το χωριό που γεννήθηκα κι έζησα τα παιδικά μου χρόνια: η Μήθυμνα της Λέσβου. Ο τόπος της παιδικής μου μνήμης και της γήινης νοσταλγίας μου. Η άλλη είναι η πόλη της εφηβείας, της ενηλικίωσης και της μισής και κάτι ζωής μου: η Βαλένσια της Βενεζουέλας. Σ’ αυτή τη φιλόξενη πόλη άφησα το στίγμα και τα χνάρια μου. Και τώρα η Αθήνα, μια πόλη που ακόμη την μαθαίνω και… δεν θα έλεγα πως την έχω αγαπήσει... 
       Σ’ αυτές τις τρεις πόλεις θα πρέπει να ψάξω να βρω κάτι από τον εαυτό μου. Και το βρήκα σ’ αυτή όπου, στα δεκάξι μου χρόνια, σαν μια βαρκούλα που λαχταράει ωκεανούς, έφτασα φορτωμένος με τα πιστεύω και τις καταβολές του τόπου που με γέννησε και με τα πρέπει των γονιών και των δασκάλων μου, βαθιά ριζωμένα στο μυαλό μου. 
     Μου συμβαίνει συχνά να διαβαίνω το σήμερα, να πορεύομαι προς το αύριο, αλλά και κάποιες φορές, τραβάω, την κουρτίνα μήπως και… συναντήσω το χτες. Η ζωή έχει γυρίσματα, αυτό είναι σίγουρο. Κι εδώ συμφωνώ απόλυτα με τον Δανό φιλόσοφο Κίρκεγκορ –αλίμονο φιλόσοφος είναι αυτός– που σ’ ένα απόφθεγμά του λέει: «Η ζωή βιώνεται κοιτάζοντας προς τα εμπρός, αλλά την κατανοούμε κοιτάζοντας προς τα πίσω». Δίνω μια μικρή στροφή, λοιπόν, ψάχνοντας πίσω στο παρελθόν μήπως και ξαναβρώ εκείνα τα όνειρα και τις υποσχέσεις, να δω τις εικόνες που δεν χάνονται απ’ τα μάτια μου, μήτε σβήνουν απ’ τη μνήμη μου. Τούτες τις μέρες συλλογίζομαι κι αναπολώ εκείνη τη μακρινή μου πόλη. Αυτή όπου έζησα τα δύο τρίτα σχεδόν, της μέχρι τώρα ζωής μου. Σ’ αυτή «ταξιδεύω» με τη φαντασία μου για να τη συναντήσω. Να δω ξανά τη ζωή μου. Εκεί όπου έκλαψα, γέλασα κι αγάπησα, όπου αντρώθηκα, ερωτεύτηκα, διδάχτηκα και ονειρεύτηκα. Και πόσα άλλα ακόμη, που ήρθαν και άλλαξαν τη ζωή μου. Και… το σπουδαιότερο απ’ όλα ότι εκεί έκανα και την οικογένειά μου! Ε, δεν μπορεί παρά αυτή την πόλη να την αγαπώ! 
     Εκεί, έψαξα και βρήκα τους δικούς μου, προσωπικούς δρόμους. Δέθηκα με διαφορετικούς ανθρώπους, δεν είχε σημασία ούτε η καταγωγή, ούτε η θρησκεία, ούτε το χρώμα. Έμαθα να έχω ανοιχτό μυαλό, να δέχομαι το διαφορετικό και να το καταλαβαίνω. Και παρ’ όλο που δεν ένιωθα να με συνεπαίρνει και να με καταπιέζει το περιβάλλον, όπως θα μπορούσε να είχε συμβεί, ονειρευόμουν το μέλλον· δεν το φοβόμουν. Είχα εμπιστοσύνη στον εαυτό μου. Μια εσωτερική, αόρατη δύναμη, μέσα μου, πολεμούσε τον φόβο και τον αντικαθιστούσε με ελπίδα. Ελπίδα ίσον μέλλον, τότε... Τώρα μνήμες. Μνήμες ίσον παρελθόν. Γι’ αυτό έλεγα, προηγουμένως, πως τραβώντας την κουρτίνα, έψαχνα να συναντήσω το χτες, γιατί έτσι είναι η μνήμη, ξεπετάγεται εκεί που δεν την περιμένεις σε πιάνει απ’ το χέρι και σε σέρνει ξανά πίσω. 
       Με το μέλλον τότε και με το παρελθόν τώρα, ζω το παρόν. Κι αναρωτιέμαι ανατρέχοντας στο στίχο του Σεφέρη: «Μα τι γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας / πάνω στα σαπισμένα θαλάσσια ξύλα / από λιμάνι σε λιμάνι;». Ένα σωρό πράγματα γυρεύουν, αυτά που άφησα πίσω σ’ αυτή την πόλη. Κομμάτια και στιγμές μιας ζωής που δεν μπορώ, δεν γίνεται να τα αγνοήσω. Και τη νοσταλγώ όχι για το τώρα, αλλά για το τότε, για τις ελπίδες και τα όνειρα που με άφηνε να κάνω. Αυτά γυρεύουν οι ψυχές μας ταξιδεύοντας...