Ανοίγω το τετράδιο της προσωπικής μου διαδρομής και
ταξιδεύω... νοερά, στο έλεος του χρόνου, για λίγο πίσω στα χρόνια της «χαμένης»
αθωότητας. Επιστροφή λοιπόν (για λίγο) στη γενέθλια γη στην παιδική φωλιά (πάντα
νοερά) για να με πάει, ελπίζω –πέρα από τη νοσταλγία– στη συγκίνηση, στη χαρά,
στην ανάταση, στην ελπίδα. Με ανεπίστρεπτες απουσίες προσώπων αγαπημένων, αλλά
με τον Ιησού παρόντα, με τους ίδιους επιτάφιους θρήνους, στην ίδια εκκλησία,
πάνω στον ίδιο Σταυρό…
Νοστάλγησα Επιτάφιο στο χωριό μου. «Αι γενεαί πάσαι
ύμνον τη ταφή Σου προσφέρουσι Χριστέ μου». Ποιος ξέρει από το βάθος ποιας
άνοιξης και ποιας «χαμένης» αθωότητας αυτός ο ύμνος έρχεται και ξανάρχεται στο
μυαλό... Φαντασίες και παραμύθια ενωμένα με κρυφές λαχτάρες και σκληρές
πραγματικότητες. Νυν και αεί, τώρα κι όσο κρατήσει το λαδάκι μας, θα ιερουργεί
η συγκίνηση μπροστά «στα χλωμά των Επιταφίων τα λουλούδια που σωπαίνουν»
και γρηγορούσα η μνήμη ξαναφέρνει δίπλα μου τη νύχτα των Εγκωμίων, τη
Σταυρωμένη Παρασκευή και τους αγαπημένους.
Πασχαλιές ανθισμένες, μοβ τσαμπιά στους κλώνους τους γερμένες
πάνω σε ασβεστωμένους τοίχους. Πράσινα χωράφια, στολισμένα με παπαρούνες και
χαμομήλια, ζουμπούλια, κλωνάρια λεμονιάς να μοσχοβολάνε και μωβ λουλούδια στων
κοριτσιών τα χέρια...
Νύχτα Μεγάλης Παρασκευής κι ο ήχος της καμπάνας ν’
ανοίγει κάθε βράδυ την αυλαία του πένθους από τη Γη ως τον ουρανό.
Σκόρπια της μνήμης
θαύματα, φαντασίες κι επιστροφές
και… λόγια αξέχαστα
(παραφρασμένα)
της Όλγας
Μπακομάρου και του Γιάννη Τριάντη
Πρωί Μεγάλης
Παρασκευής τους θυμήθηκα και τους δυο.








