Εγκάρδιο «αντίδωρο» για εκείνο το τρύπιο «τότε» που… στάζει ακόμη
Δεν
έχω καμιά διάθεση να ξεχάσω·
να πετάξω στα σκουπίδια εκείνη
την εποχή που, όπως κι εκείνη, είχε χαρακτηριστικά και συμπεριφορές ολότελα
δικά της. Απείθαρχη, ανέμελη, ανήσυχη, περιπετειώδης,
ευαίσθητη, γενναιόδωρη. Όπως κι εκείνη. Αρνούμαι! Ναι.
Αν το κάνω τι θ’ απομείνει; Φτάνει που
υπάρχουν, έστω κι αυτά, τα σκονισμένα ξέφτια στα ράφια ενός γκρεμισμένου «τότε».
Αμήχανα –κι ένοχα εν μέρει– κρύβονται κι όμως… υπάρχουν. Αιώνια διαθέσιμα στα
καλέσματα. Κοιτάζω γύρω μου. Ψάχνω ένα χέρι, ένα βλέμμα, ένα θρόισμα, μια
ανάσα. Κανείς! Αφουγκράζομαι. Σιωπή… Ο χρόνος δεν μπόρεσε να αφανίσει ως σήμερα
τα ίχνη-πειστήρια που μαρτυρούν την παρουσία στην απουσία της. Ανάμεσα
μνήμης και λήθης μια παράξενη απροσάρμοστη ερημιά…
Κάθε που –για όποιο λόγο, για όποιο στίχο, για όποιο τραγούδι– γίνεται αναφορά, σκάει κεφάλι η μελαγχολία κι
απεγνωσμένα ψάχνει στασίδι να μείνει στη φόδρα των ξέμπαρκων αναμνήσεων.
«Σαν ήσουνα κοντά μου δεν είχα τι να πω
τώρα που ζεις μακριά μου νιώθω να σου μιλώ.
Η μοναξιά με βλέπει και μου χαμογελά
πώς γίνεται η αγάπη κι αργεί κάθε φορά;»
Υπογραμμισμένοι
στίχοι από τραγούδια που αρνούνται να ξεθωριάσουν. Δεν μιλάνε αλλού· μόνο σε μένα. Η μουσική συνηγορεί. Αγωνιά η καρδιά. Παραμερίζουν
τα άλλα. Αναστέλλουν προσωρινά τη φθορά στη μνήμη κι αμέσως όλο αυτό το ξόδεμα γίνεται παρελθόν κι
εγώ η σκιά του…
«Για ό,τι έχει γίνει πες μου αν φταίω εγώ
στις λίμνες των ματιών σου να πέσω να πνιγώ.
Αν κάποτε θελήσεις πίσω να ξαναρθείς
άσπρα χαλίκια ρίχνε στο δρόμο μη χαθείς».
Ευτυχώς που, ύστερα
από τόσα, ευωδιάζει ακόμη παρελθόν. Δεν έχει σβήσει το άρωμα. Δεν έχει στεγνώσει
η ψυχή. Οι ψευδαισθήσεις
χάνονται όταν σταματάμε να ονειρευόμαστε. Έλα, λοιπόν, να ρίξουμε «άσπρα χαλίκια» στους διαδρόμους του
μυαλού μας, ίσως –ποιος ξέρει…– προλάβουμε ν’ ανταμώσουμε στην άκρη του παρόντος...






