Δεν θυμάμαι, τα
πρώτα χρόνια, να υπήρχαν κάποιοι καθιερωμένοι κώδικες συμπεριφοράς, όταν τότε, όλοι
πέσαμε με τα μούτρα στο «blogging». Αλλά αυτό που θυμάμαι και ξέρω, είναι ότι –υπήρχαν ή δεν υπήρχαν, ή όποιοι, τέλος πάντων, υπήρχαν– τους τηρούσαμε
ευλαβικά. Σήμερα αυτή η κοινωνία έχει αλλάξει και μάλιστα πολύ. Αν και προσπαθώ
να πιστέψω το αντίθετο: πως τίποτα δεν έχει αλλάξει και πως ζούμε μια
παρένθεση και μόνο. Ωστόσο εκείνη φαντάζει απόμακρη. Λες και ξέμεινε από
καύσιμα…
Κάθε φορά, όλο και
πιο λίγο σπρώχνω την πόρτα ν’ ανοίξει. Να τρυπώσω μέσα, να δω τι στο καλό υπάρχει.
Κάθε φορά βρίσκω όλο και πιο λίγους… Πόσο λίγοι απόμειναν, αλήθεια… Είναι εξόφθαλμη η απουσία και… κάθε σιωπή, έχω την εντύπωση, ότι κάτι έχει να
πει…
Μετράω τις ψυχές όσων επέλεξαν να παραμείνουν ακόμη στο χώρο. Να διατηρήσουν κάποιες σταθερές.
Οι άλλες, σε κάποιο σημείο της διαδρομής, αραίωσαν ξεμάκραιναν ή χάθηκαν.
Τελείως! Πόσο εύκολα αλλάζουν οι ρόλοι… Μετράω και βρίσκω πολλά
ενδιαφέροντα, σημαντικά και κάτι άλλα… Μετράω τα ίδια, μετράω τα αλλιώς. Κάποια
τα βρίσκω παραπάνω. Κάποια πιο λίγα. Όλα μπερδεύονται τόσο αδιαίρετα. Αδύνατο
να ξεχωρίσω την αλήθεια από το παραμύθι.
Χωρισμένος στα δυο,
στέκομαι στα ενδιάμεσα. Άφθαρτα κι ανέγγιχτα από το σαρωτικό πέρασμα του
αμείλικτου χρόνου. Με… θυμάμαι. Μας θυμάμαι… Πόσο αθώοι, ανυποψίαστοι –και βέβαια εξαρτημένοι– ήμασταν από την απρόβλεπτη μαγεία
της στιγμής που ζούσαμε...
Κάπου διάβασα ότι
οι άνθρωποι χτίζουμε όλο και περισσότερα τείχη, όχι όμως αρκετά γεφύρια.





