«Είμαι πάρα πολλά για να μην είμαι τίποτα και πολύ λίγος για να είμαι κάτι»… * * * * * «Ψάχνω να βρω λέξεις… που να "αγγίζουν" κι αγγίγματα που να μιλούν»…

18 Μαρ 2014

«Κάθε πρωί καταργούμε τα όνειρα…»

Γράφει ο Μανόλης Αναγνωστάκης σ’ ένα του ποίημα: «Κάθε πρωί καταργούμε τα όνειρα…». Και τα καταργούμε, γιατί με το που θ’ ανοίξουμε τα μάτια μας, θέλοντας να ενημερωθούμε, αρχίζει το ψυχοπλάκωμα! Με το που πατάμε το κουμπί του τηλεκοντρόλ αρχίζει ο καταιγισμός της απόλυτης τρομοκρατικής ειδησεογραφίας. Και δεν είναι μόνο από την τηλεόραση, είναι και από το ραδιόφωνο, είναι και από τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, αλλά και από τα σχόλια του οποιουδήποτε… οπουδήποτε.
Με το καλημέρα, ούτε τον καφέ μας δεν μπορούμε να απολαύσουμε. Έρχονται μπροστά μας και μας προσφέρουν: «ορίστε για σήμερα το μενού των προβλημάτων σας… Τι θα διαλέξετε»; Τι να διαλέξεις… Και σήμερα οι περισσότερες ειδήσεις και τα γεγονότα, δυστυχώς, είναι πανομοιότυπα με εκείνα των άλλων ημερών. Δεν είναι εύκολο. Οπότε, παίρνεις την απόφαση και επιλέγεις με βάση το «μη χείρον βέλτιστον»… 
Έτσι, μεταξύ κατάθλιψης και γκρίνιας, κυλάνε καχύποπτες οι μέρες κι οι στιγμές με την αγωνία: τι μας περιμένει και σήμερα…


Κι έρχεται το βράδυ με τα ίδια και χειρότερα. Πασχίζεις να αποφύγεις, σαν αλλεργικός, την ώρα των κυνικών και αυστηρών τιμωρών, όπως έχουν καταντήσει τα κεντρικά δελτία ειδήσεων. Πώς να τα εμπιστευτείς. Ψάχνεις να βρεις κάτι… για να ξεχάσεις. Δεν βρίσκεις… Οι «πλασιέ» της ελπίδας δεν υπάρχουν, έχουν εξαφανιστεί… Έχουν σβήσει μαζί με την αισιοδοξία μας. Οπότε είναι καλύτερα να βρεις καταφύγιο στη θαλπωρή των σελίδων κάποιου βιβλίου, στην ακρόαση μιας καλής μουσικής ή στην απόλαυση κάποιας ενδιαφέρουσας ταινίας. Κάνεις ευχή και προσεύχεσαι, πριν πέσεις στο κρεβάτι, να σε πάρει ο ύπνος και να σε ταξιδέψει με όνειρα γλυκά, ανάμεσα σε όσα λαχταράς. Άλλωστε γι’ αυτό δεν είναι καμωμένα τα όνειρα; Να γυροφέρνουν στην ομορφιά κι όχι να σέρνονται στις κατηφόρες της άγριας πραγματικότητας. Κι όσο εμείς τα καταργούμε και τα ξεπουλάμε στο παζάρι του ρεαλισμού, εκείνα θα λαχταράνε να αλητεύουν στα πιο όμορφα τοπία!

Το τραγούδι μου


12 Μαρ 2014

Από τ’ απαρατήρητα της πόλης

Μπορεί, οι μεγάλες πόλεις να έχουν κάτι που σε καταβροχθίζει, έχουν όμως και κάτι άλλα μικρά, πολύ απλά –και πολλές φορές απαρατήρητα– που δίνουν μια άλλη χάρη. Κι αν έχεις τον τρόπο και τη ματιά να τα δεις… σου αλλάζουν τη διάθεση. Περπατάς στους δρόμους, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, κι αν χάνεις μερικά φιλικά χαμόγελα, βρίσκεις άλλα… Κι είναι σαν κάτι σελίδες από τετράδιο που γυρίζουν, επικαλύπτοντας η μία την άλλη, αφήνοντας μια άδεια λευκή… να την γράψεις εσύ.


Πριν λίγες μέρες, καθώς διέσχιζα το Σύνταγμα, με τον ήλιο να λάμπει, τόσο γλυκός που, ως συνήθως, έτσι είναι σε τούτη την πόλη, έχοντας τη Βουλή, απέναντι, επιβλητική και τους συνήθεις Γιαπωνέζους τουρίστες μπροστά στον Άγνωστο Στρατιώτη να φωτογραφίζουν τους ευζώνους. Ένα σμήνος από περιστέρια σηκώθηκε και προσγειώθηκε λίγα μέτρα πιο πέρα στα πόδια ενός σκυφτού επαίτη. Καθιστός στα σκαλιά τσιμπολογούσε κάτι που είχε σε μια χάρτινη σακούλα. Πανευτυχής, έτσι τουλάχιστον έδειχνε. Κάθε λίγο έπαιρνε λίγα ψίχουλα, απ’ τα δικά του και χαμογελώντας, σαν τον ήλιο, τα σκόρπιζε στα πουλιά. Το πρώτο ωραίο! Στη λευκή σελίδα…

Ύστερα, πήρα την Πανεπιστημίου –τον ομορφότερο ίσως δρόμο της πρωτεύουσας– και φτάνοντας στον πεζόδρομο της Κοραή, μια υπέροχη μουσική που γέμιζε τον αέρα, φτάνει, σαν κύμα στ’ αυτιά μου… και μ’ αγκαλιάζει. Εκεί στην άκρη, μια «μπάντα του δρόμου» έπαιζε νοσταλγικές λατινοαμερικάνικες μελωδίες. Έχουν τον τρόπο, με το ταλέντο τους αυτοί οι μουσικοί, να αναδεικνύουν το ξεχωριστό και να το εξακοντίζουν στο τέλειο. Έτσι είναι η καλλιτεχνική ψυχή, πάντα βρίσκει τρόπους να ξεχωρίσει.


Στρίβοντας όμως στη Σταδίου μια βουή σκέπασε τις γλυκές μελωδίες. Μια πορεία εκατοντάδων ανθρώπων ανέβαινε –εν… ειρήνη– με σημαίες, πανό και συνθήματα. Κάθε λογής άνθρωποι, διαδήλωναν, με το γνωστό παλμό που τους ενώνει: η κοινή απόφαση να διεκδικήσουν και να αγωνιστούν με μια φωνή για το ίδιο δίκαιο, τον ίδιο σκοπό, το ίδιο δικαίωμα στο όνειρο. Και παραδίπλα τα ΜΑΤ κρατάνε την τάξη. Πλήθος κόσμου, ανυπόμονο περιμένει στη στάση των λεωφορείων, μιας κι έχει διακοπεί η κυκλοφορία. Κανένας δεν δείχνει ενδιαφέρον για την πορεία. Απάθεια μέχρι αναισθησίας. Έχουν γίνει συνήθεια πλέον οι πορείες… Στα γύρω περίπτερα οι κρεμασμένες εφημερίδες με τα πολύχρωμα πρωτοσέλιδα ανεμίζουν στο αεράκι και «μιλούν» για νέες εμπλοκές με την τρόικα, νέα κόμματα, γκάλοπ και τσάμπιονς…


Επέλεξα να αλλάξω πορεία κι από κάτι στενούς παράδρομους, που δεν θυμάμαι καν τα ονόματά τους, «έκοψα» δρόμο, και «χώθηκα» στην κάτω πλευρά της οδού Αθηνάς. Αυτή είναι η άλλη, η «μη προνομιούχος» Αθήνα. Της κοινωνίας του «περιθωρίου». Το αντίθετο άκρο της επάνω μεριάς. Άσχημες και γκρίζες πολυκατοικίες, με ξεθωριασμένες τέντες, πλαστικές καρέκλες στα μπαλκόνια και κεραίες, πολλές κεραίες στις ταράτσες να ακουμπάνε, θαρρείς, σ’ έναν παράξενο, γκρίζο ουρανό. Όλα εκεί γύρω έχουν το χρώμα του γκρίζου. Ακόμα και οι μπουγάδες στα μπαλκόνια. Ρούχα ξεχασμένα που ανεμίζουν στο καυσαέριο σαν να ζητούν την ελευθερία τους, γίνονται στα μάτια μου, γκρίζα κι αυτά. Κάτι απροσδιόριστο, σαν λύπη που βαραίνει, συνθέτουν το ψηφιδωτό της περιοχής… Άλλωστε δεν μπορεί να είναι όλα όμορφα…

Να όμως που σ’ ένα ξέφωτο, ένα ερειπωμένο σπίτι, δίχως σκεπή, μήτε πόρτα, στέκει μόνο και ξεχασμένο, με κλειστά παντζούρια, σπασμένες γρίλιες, ξεφτισμένους τοίχους γεμάτους σκισμένες διαφημιστικές αφίσες και… λίγα μπάζα. Κι ανάμεσα στα μπάζα, χορτάρι καταπράσινο και μια παπαρούνα μόνη δηλώνει παρούσα στην επερχόμενη Άνοιξη, θέλοντας ν’ αφήσει δίχως παράπονο τούτο το ξεχασμένο μικρό ξέφωτο. Να δώσει λίγο χρώμα στο άχρωμο του τσιμέντου που έχει κατακλύσει τα πάντα. Ασήμαντο θα μου πείτε, κι όμως τόσο σημαντικό γιατί είναι από τα πολύ μικρά κι ελάχιστα που υπάρχουν για να μας δείχνουν, εν τέλει, πως έχει κάτι τέτοια –πολλές φορές απαρατήρητα– που την κάνουν λίγο πιο όμορφη, πιο ανθρώπινη τούτη η πόλη.


5 Μαρ 2014

Πού ήσουν…


Πού ήσουν τις ημέρες που μ’ έπνιγε το δίκιο;
Πού ήσουν όταν χρειάσθηκα την αλήθεια σου
για να οχυρωθώ πίσω απ’ αυτήν;
Μάταια περίμενα
δίχως την ανάγκη να φτιάχνω άτολμα ψέματα
απάντηση στα αναπάντητα μηνύματά μου…
Μόνο για να κρύψω την αφέλεια της άσκοπης επιμονής μου…
Αλήθεια, πού ήσουν;


Πόσο διαθέσιμος ήμουν πάντα στους φίλους…
Το ήξερες.
Είχαμε διαφορετικά ενδιαφέροντα,
έτσι έδειχναν (ή άφηναν να φανεί…).
Οι κοντινές κι οι μακρινές ματιές μας,
εναλλακτική φόρμα μιας δύσκολης ισορροπίας… 
Δεν τους πείραζε να δείξουν την κρυμμένη πλευρά της ύπαρξής τους…
Κι έτσι, χωρίς το παραμικρό πρόσχημα
με μια μαχαιριά κόψαμε εμφύλιους (και ομφάλιους) λώρους…

Πώς μπορείς να γνωρίζεις τον απέραντο κόσμο των συναισθημάτων;
Αυτών που εκείνοι έδειχναν να… μην τα χρειάζονται…
Δεν αλλάζουν οι άνθρωποι, μάτια μου. Όχι.
Οι αδυναμίες παραμένουν οι ίδιες, όπως και τα προτερήματα.
«Μικρή η ζωή για δεύτερες σκέψεις… Δεύτερες ευκαιρίες… Δεύτερους ανθρώπους».   

            
Φτάνει να κάνεις μια γύρα στο μέσα σου
κι ανακαλύπτεις κάθε φορά ένα πόντο εαυτού.
Μέχρι το τέλος, άντεξες το βάρος της πλήξης μου,
και τώρα αναρωτιέμαι:
Πώς είναι δυνατόν να ξεφεύγεις από κάτι και την ίδια στιγμή να επιστρέφεις;

Ακούστε και το τραγούδι μου:



1 Μαρ 2014

Το άσπρο και κόκκινο κορδονάκι του Μάρτη…



Ο «Μάρτης» είναι ένα παμπάλαιο έθιμο εξαπλωμένο σε όλα τα Βαλκάνια, λόγω της υιοθέτησής του από τους Βυζαντινούς, οι οποίοι και το διατήρησαν. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στα Ελευσίνια Μυστήρια, επειδή οι μύστες των Ελευσίνιων Μυστηρίων συνήθιζαν να δένουν μια κλωστή, την «Κρόκη», στο δεξί τους χέρι και το αριστερό τους πόδι.
Από τη 1η ως τις 31η του Μάρτη, συνηθίζεται να φοριέται στον καρπό του χεριού ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον «Μάρτη» ή «Μαρτιά» που φτιάχνεται την τελευταία ημέρα του Φεβρουαρίου. Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, ο «Μάρτης» φοριέται κυρίως από τα παιδιά για να προστατεύει τα πρόσωπά του από τον πρώτο ήλιο της Άνοιξης, για να μην καούν.
Κατά τις ηλιόλουστες ημέρες του Μαρτίου που ακολουθούσαν τα κρύα του χειμώνα, τα παιδιά έβγαιναν από τα σπίτια και έπαιζαν έξω στις αυλές. Οι μητέρες, για να τα προφυλάξουν από τις ακτίνες του μαρτιάτικου ήλιου που θεωρούνται επικίνδυνες, έφτιαχναν και φορούσαν στο χέρι ή στο πόδι των παιδιών τον "Μάρτη", ένα κορδόνι από λευκό και κόκκινο νήμα.
Ο ήλιος το Mάρτιο συνήθως καίει και μαυρίζει τα πρόσωπα των παιδιών: «Του Μάρτη ο ήλιος βάφει και πέντε δεν ξεβάφει». Η μαυρίλα όμως σήμαινε και ασχήμια, προπάντων για τα κορίτσια που η παράδοση τα ήθελε άσπρα και ροδομάγουλα:  «Ο πόχει κόρη ακριβή, το Μάρτη ο ήλιος μη την ιδεί». Για να αποτρέψουν την επίδραση του ήλιου λοιπόν, έφτιαχναν και φορούσαν τον «μάρτη», ώστε να προστατεύσει τα πρόσωπα των παιδιών από τον ήλιο και να μην καούν. Όταν τον έβγαζαν τον κρεμούσαν σε τριανταφυλλιές, ώστε να γίνουν τα μάγουλά τους κόκκινα σαν τριαντάφυλλα.
Ο "Μάρτης" ουσιαστικά αποτελείται από δύο κλωστές, άσπρη και μία κόκκινη, στριμμένες μεταξύ τους, που συμβόλιζαν την αγνότητα και τα χαρά. Σε κάποιες παραδόσεις αναφέρεται και μία χρυσή κλωστή ώστε να συμβολίζεται και η αφθονία.
Σε ορισμένες περιοχές το μαρτιάτικο βραχιολάκι θεωρείται ιερό από τη λαϊκή παράδοση που δεν είναι πρέπον να πεταχτεί. Για αυτό το φορούσαν μέχρι το Πάσχα και το έδενα στην Αναστάσιμη λαμπάδα για να καεί. Σε άλλες περιοχές έκαιγαν το βραχιολάκι στις φωτιές που άναβαν για να κάψουν τον Ιούδα. Αλλού πάλι το φορούν ως την Ανάσταση, οπότε και το δένουν στις λαμπάδες της Λαμπρής για να καεί μαζί του.
Η πιο διαδεδομένη όμως αντίληψη φέρει το "Μάρτη" να φοριέται μέχρι να εμφανιστούν τα πρώτα χελιδόνια. Τότε έβγαζαν το Μάρτη και τον άφηναν σε κλαδιά για να τον πάρουν τα πουλιά και να το χρησιμοποιήσουν στην κατασκευή της φωλιάς τους.

Καλό μήνα σε όλους!


* Κείμενο και φωτογραφίες από το διαδίκτυο