Είναι που το χρειάζομαι. Νιώθω την ανάγκη –ανώνυμος προσκυνητής στα
μονοπάτια των περιπάτων μου– να βρω ένα, καταργημένο, έρημο ξεχασμένο ξωκκλήσι, ακροβολισμένο
καταμεσής στο πουθενά. Λιτό κι απέριττο. Μοναχικό προσκυνητάρι. Καταφύγιο ψυχής και
βάλσαμο πόνου. Αποκούμπι των προσδοκιών και των ελπίδων. Ολότελα γυμνό. Δίχως ψαλτικά, στασίδια και
πολυελαίους, με φευγάτους όλους τους αγίους. Μονάχα έναν σταυρό, ένα καντήλι κι
ένα ξεθωριασμένο εικόνισμα. Τίποτα άλλο. Καταδεκτικό στην προσευχή, στη θεϊκή
και ανθρώπινη συνεύρεση, κι εν μέσω σιωπής, να εξωτερικεύσω τα ευλαβικά μου
συναισθήματα και να μιλήσω κατ’ ευθείαν μ’ Εκείνον.
Πόσο, αλήθεια,
πασχίζει ο άνθρωπος, από ανέκαθεν, να βρει «ένα κάτι» να πιαστεί. Αυτό το
σωτήριο «ένα κάτι» που συμπυκνώνει μυστικές ελπίδες και ανομολόγητα «ίσως»,
αντίδοτο στο ελάχιστο…

Σ' ένα τέτοιο ερημοκλήσι έρχεσαι πιο κοντά στον Θεό, έτσι όπως ο καθένας μας τον αντιλαμβάνεται και τον πιστεύει. Σίγουρα πάντως, έρχεσαι τετ α τετ με τον εαυτό σου. Για όσους το αντέχουν αυτό.
ΑπάντησηΔιαγραφήΤην καλησπέρα μου, Στρατή.
Αγαπητή μου Μαρία, κάποιες στιγμές η επίκληση στο θείο -στο πιο πάνω από εμάς- είναι ψυχική ανάγκη. Σωτήριο και παρηγορητικό αντίδοτο στο ελάχιστο. Στην ηρεμία της καρδιά μας. Ας το αντέξουμε.
ΔιαγραφήΚαλημέρα Μαρία!
Σεμνό κείμενο για τη συγκεκριμένη αναφορά, άρα όμορφο.
ΑπάντησηΔιαγραφήΕυρυτάνας ιχνηλάτης
ΑπάντησηΔιαγραφή