Έχω διαπιστώσει τελευταία,
πως όλο και πιο πολύ θυμάμαι μόνο τα συναρπαστικά της ζωής μου και, παραδόξως
ξεχνώ, όλα τ’ άλλα, που όχι μόνο έχουν ξεθωριάσει αλλά είναι σα να ’χουν διαγραφεί
εντελώς απ’ το μυαλό μου. Θαρρείς και η λάμψη τους αργοσβήνει καθώς βυθίζονται
όλο και περισσότερο στα σκοτεινά της θύμησης. Στου μυαλού τα θολωμένα.
Ανησυχώ –φοβάμαι θα έλεγα– πως είναι πολλά τα κενά του
μυαλού μου… Το οποίο μυαλό, εμμένει να ρίχνει φως, ζωή και ενδιαφέρον στα
σημαντικά –όσα σημαντικά τέλος πάντων
έζησα– και να κάνει, ανενδοίαστα, τα
στραβά μάτια στο φαινομενικά απλό, στη λεπτομέρεια, στο τάχατες ασήμαντο και τετριμμένο.
Φαίνεται, όλα αυτά να μην βολεύονται πλέον εκεί μέσα. Κι
ας τους έδινα εγώ τη σημασία που τους έπρεπε… Φοβάμαι πως το παραφόρτωσα το
μυαλό μου, δεν αντέχει πρόσθετες επιβαρύνσεις∙ του φτάνουν όσες έχει.
Θα πρέπει, όλο
αυτό, κι ας μη θέλω να υποστώ τις πιθανές συνέπειες, κάπως να το αποδεχτώ. Πόσο
παράταιρο, αλήθεια, ηχεί αυτό το «κάπως» της κατανόησης, της αποδοχής και της
συγκατάβασης. Μόνο
που τα «κάπως» δε σώζουν… Αλλά, πέστε μου σας παρακαλώ, πώς το παλεύεις;
Είναι διαπραγματεύσιμο;
Είναι προφανές ότι
θα πρέπει, ούτως ή άλλως, να το συνηθίσω, όπως συνηθίζει κανείς μια
απαγορευμένη επιθυμία των κρυφών ανθρώπινων παθών και πόθων.
Ωστόσο, ως αφελής
έχω μία απορία: εφόσον προσπαθώ να το διαχειριστώ έτσι γιατί δε σωπαίνω; Γιατί
έρχομαι, τόσο άνετα, να το ομολογήσω εδώ;
Έλα μου ντε…









