«Είμαι πάρα πολλά για να μην είμαι τίποτα και πολύ λίγος για να είμαι κάτι»… * * * * * «Ψάχνω να βρω λέξεις… που να "αγγίζουν" κι αγγίγματα που να μιλούν»…

23 Αυγ 2014

Αυγουστιάτικο πρωινό

Θα ’ταν λίγο πριν τις εφτά. Αν είχα πώς να δω την ώρα θα το έγραφα έτσι: ήταν 6 και 47 ακριβώς, ας πούμε. Αλλά συμβαίνει τα καλοκαίρια ν’ απαρνιέμαι το ρολόι. Αποδεσμεύω το χρόνο, τον αφήνω να κυλάει όπως εκείνος θέλει… Μόνος του!
Ήταν η ώρα εκείνη, που ακόμη κι ο ανέφελος ουρανός δεν είχε αποφασίσει για το χρώμα του. Η θάλασσα, αναποφάσιστη κι αυτή, ήρεμη, ατάραχη, ακύμαντη, θαρρείς και ήταν λίμνη, τον μιμείται. Θα έλεγα ότι το χρώμα τους πάει προς το γαλάζιο. Στο πολύ ανοιχτό. Σχεδόν λευκό. Το λευκό της αγνότητας. Όπως κι η ώρα…


Στην άκρη του λιμανιού, η σκιά του μόλου, κάνει τη θάλασσα λίγο γκρίζα. Προς στο πολύ ανοιχτό. Σχεδόν λευκό. Μόνο οι βάρκες που ’ναι δεμένες στη σειρά, η μια δίπλα στην άλλη, καθρεφτίζουν στο νερό, η κάθε μια, το δικό της χρώμα κι είναι σαν ν’ απλώνονται στην επιφάνειά του πολύχρωμες θαλασσινές σερπαντίνες. Μονάχα το διάστημα που αφήνουν μεταξύ τους παραμένει γκρίζο απαλό. Σχεδόν λευκό. Τόσο κοντά το γαλάζιο με το γκρίζο…
           Στο χέρι μου κρατούσα ένα ολοστρόγγυλο βότσαλο, που είχα συμμαζέψει  πρωτύτερα από την ακροθαλασσιά. Με είχε εντυπωσιάσει το χρώμα του και το προόριζα για τη συλλογή μου. Και εδώ, μέσα στην απόλυτη σιωπή, που ένα γύρω όλα κρατούσαν την ανάσα τους, σκέφτηκα να το θυσιάσω. Να το ρίξω στο νερό, να ταράξω τη φυσική τάξη των πραγμάτων, την ηρεμία που επικρατούσε. Να κάνω τη θάλασσα ν' ανατριχιάσει, να ριγήσει, να σπάσω την αρμονία της στιγμής… 


Το πέταξα, κι απ’ το σημείο που έπεσε άρχισαν να σχηματίζονται μικροί κύκλοι που άνοιγαν και μεγάλωναν κι απομακρύνονταν μέχρι που έφτασαν ν’ αγγίξουν ένα γλαροπούλι που έπλεε πιο πέρα. Δεν είχα προσέξει την ύπαρξή του. Κι αυτό το άμοιρο δε φοβήθηκε καθόλου με το απρόσμενο κυματάκι· αντίθετα έδειχνε να του αρέσει. Μου ’δωσε την εντύπωση πως χαμογελούσε. Μάλλον το πήρε για παιχνίδι…
Αν είχα κι άλλα βότσαλα θα συνέχιζα κι εγώ το παιχνίδι… Να προκαλώ τη θάλασσα, να μην την αφήνω στην ησυχία της. Δεν είχα όμως. Το ένα και μοναδικό που διάλεξα για άλλο σκοπό, το έριξα στην αγκαλιά της.
       Δεν μετάνιωσα για το πανέμορφο βότσαλο. Μου χάρισε μια θαυμάσια πρωινή εικόνα. Μετάνιωσα που δεν είχα μαζί μου την κάμερα, για να κρατήσω τη στιγμή. Μήτε το κινητό μου. Τι παράλειψη… 


Λεπτομέρειες θα μου πείτε. Για σκεφτείτε όμως πόσο μοναδική γίνεται μια τέτοια στιγμή που κατορθώνει να σε ξεμακραίνει από τις έγνοιες της καθημερινότητας που μας βασανίζουν. Όλους.
Για ένα λόγο, πάντως, δεν συγχωρώ τον εαυτό μου. Γιατί πιστεύω πως κάθε εικόνα είναι ένα ταμιευτήριο στιγμών που χρειάζονται να αποτυπωθούν. Κι εγώ δεν μπόρεσα να το κάνω. Μόνο γι’ αυτό το λόγο. Ωστόσο, κρατάω τη στιγμή στα μάτια μου, όσο γίνεται. Κι απ’ αυτά, τη μεταφέρω σε τούτη εδώ την ανάρτηση και τη χαρίζω σ’ εσάς.

Υ.Γ. 1- Διευκρίνισα ότι δεν είχα κάμερα μήτε κινητό. Οι φωτογραφίες είναι από το διαδίκτυο.
Υ.Γ. 2- Από σήμερα τα σχόλια θα παραμείνουν ανοιχτά... Έληξε η ποινή μου, η αυτοτιμωρία μου. 
   

10 Αυγ 2014

Κάνε μου τη χάρη και... μια ολόκληρη ευχή!

Μου το ’στειλε τ’ απόγευμα η φίλη μου η «Χ», κι επειδή ξέρω
πως «όχι» δεν θα μου ’λεγε… Πήρα φόρα κι απλά: αυθαιρετώ!

«Στα μέρη μου είναι προφητεία το φεγγάρι.
Μισή σελήνη, μισή ευχή, λένε.
Το τέταρτο είναι του ονείρου, το όγδοο της προσμονής.
Και… ολόκληρη, πάει γιόμισε! Τέλειωσε.

ΘΑ ΓΙΝΕΙ».


και μισή ακόμη, μαγνητίζει...


Κάνε μου τη χάρη, του Αύγουστου φεγγάρι μου ’στησαν παγίδα,
δώσ’ μου μιαν αχτίδα για να ξαναρχίσω

Το τραγούδι



Καλή ακρόαση και καλή απόλαυση!

5 Αυγ 2014

Χάρτινα όνειρα

Τ’ άπλωνα, τ’ άφηνα να λιάζονται, να σεργιανούν και ν’ αλητεύουν.
Που τα ’χανες, που τα ’βρισκες - εδώ κι εκεί, να ξελογιάζονται…
Πότε με τα σύννεφα, πότε με τ’ αστέρια, πότε στα δειλινά
και πότε στα ξημερώματα, να λικνίζονται και να παιχνιδίζουν ακόμη και με τον ήλιο.
Ιδίως στα βασιλέματά του.
Τα καμάρωνα και τ’ άφηνα να το ευχαριστηθούν!

Τι το ’θελα;


Σαν τ’ αδέσποτα, έψαχναν κι αυτά να βρουν το ταίρι τους.
Έγερναν κι ακουμπούσαν στο ηλιοβασίλεμα.
Λες και περίμεναν το σινιάλο του για να πάνε ν’ αράξουν στο πλάι του.
Σε μια ατέρμονη ηδονή.
Έτσι, παρέα άρχισαν να υφαίνουν, άγνωστο ποιες συνωμοσίες είχαν κατά νου.

Από στιγμή σε στιγμή νόμιζα, ο αφελής, πως θα γύρναγαν.
Άνοιγα την αγκαλιά μου να τα υποδεχτώ. Εν αναμονή…
Στη διασταύρωση.
Τα ξημερώματα.
Κι  ανυποψίαστος εκτέθηκα. Τι αφέλεια κι αυτή η δικιά μου…
Λογάριαζα πως ίσως θα ’ταν μακριά...
Χαρά στην απόσταση.

Μα, αυτά ξεστράτισαν και λοξοδρόμησαν, μαράθηκαν κι έσβησαν.
Έγιναν παρελθόν κι εγώ η σκιά τους.
Ήταν χάρτινα όνειρα.
Χάθηκαν στα τελειώματα.
Ήταν χάρτινα όνειρα.
Άλλοι τα τσαλακώνουν και τα πετάνε. Εγώ τα έχασα.

Είναι αυτή η αίσθηση που δημιουργείται μέσα μας
ώστε να μας κάνει να αγαπάμε και να εκτιμάμε ό,τι χάθηκε.
Κι αυτό το άτιμο το λίγο που μας δόθηκε 
ράγισμα στο μονότονο χτυποκάρδι της ζωής
φαντάζει τεράστιο σε μια εποχή όπου όλα πωλούνται και αγοράζονται όσο όσο…

Τα υπόλοιπα; Είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα…



1 Αυγ 2014

Τον Αύγουστο που μου χρωστάς…

Υποκύπτω στον πειρασμό να προσεγγίσω, με όση ψυχραιμία διαθέτω, το θέμα του μήνα Αυγούστου, που μόλις μας επισκέφτηκε, θέτοντάς το σε καθαρά προσωπική βάση.
Αν και  βρίσκεται στα πρώτα του βήματα, εγώ χάνω πλέον κάθε ελπίδα και δεν ανυπομονώ να τον χαρώ εκεί που θα έπρεπε. Εκτός κι αν ο Αύγουστος χάσει τα μυαλά του…

 Βάζω μια καλλιτεχνική πινελιά στα όσα θα μου λείψουν. 
Και είναι…  προφανές.

Γι’ αυτό και οι παρακάτω στίχοι του Φίλιππου Γράψα είναι αφιερωμένοι εξαιρετικά, πρωτίστως στον εαυτό μου αλλά και προς κάθε κατεύθυνση και κάθε αποδέκτη που θα του ταιριάζουν.

Τον Αύγουστο που μου χρωστάς, τον ξέχασες,
σ’ απόσταση αναπνοής και μ’ έχασες κι αυτό το καλοκαίρι χαραμίστηκε…

Τον Αύγουστο που μου χρωστάς, τον ξέχασες
τις θέσεις που κρατήσαμε τις πέταξες
δυο ξένα χέρια τώρα πια σε δέχονται και τα αισθήματα μου επιστρέφονται

Πιο Αύγουστος δεν γίνεται… Είναι δικός μας. Ας τον αγαπήσουμε όπως μπορούμε…

Καλό μήνα σε όλους με το τραγούδι συντροφιά!