Άρχισε να νυχτώνει πλέον, πιο γρήγορα…
Όταν πριν λίγο καιρό, τέτοια ώρα, ούτε καν
είχε βασιλέψει ο ήλιος.
Νυχτώνει και… με προβληματίζει αυτό το
άδειο που αφήνει η νύχτα.
Προσπαθώ να το ξεπεράσω με μουσικές
παρενθέσεις
από κάποια παλιά βινύλια που μ’
απόμειναν.
Τα νοσταλγώ αυτά τα κομμάτια. Μου
φέρνουν αναμνήσεις.
Ακούω λίγο από κάθε μουσική κι από κάθε
τραγούδι.
«Άστο να παίξει ολόκληρο», με προστάζει η καρδιά…
«Άστο να παίξει… να πλημυρίσει η νύχτα μουσική κι
ο μέσα κόσμος νότες»…
Τ’ ακούω κάνοντας βόλτες στις θύμησες
κι αυτό που μένει
είναι μια γλυκιά υγρασία.
Η υγρασία της νιότης
μου…
Ύστερα καταπιάνομαι με
το να ξεφυλλίζω
τσαλακωμένες σελίδες διαβασμένων βιβλίων.
Επάνω τους ξαναβλέπω, χαραγμένες με μολύβι,
ένα σωρό παρατραβηγμένες υποσημειώσεις.
Σημειώσεις επί
παντός...
Ακουμπάω τα κενά
ανάμεσα στις λέξεις
κι είναι σα ν’ ακούω
καρδιές να ψιθυρίζουν…
Δεν υπάρχει ωραιότερη συμφωνία.
Να, όμως που, έστω κι έτσι,
πέρασε η ώρα.
Τραβώ τις κουρτίνες.
Χαμηλώνω το φως και γεμίζει η κάμαρα με σιωπές κι αμήχανα αποσιωπητικά...
Τα θαυμαστικά τα ’δωσα χάρισμα σε φίλη αγαπημένη.
Τα μάτια μου κλείνουν…
το παρατράβηξα φαίνεται.
Ας κλείσουν, μήπως και
ονειρευτώ.
«Να ονειρεύεσαι...»,
μου 'λεγε ένας φίλος που με ήξερε καλά και μ' αγαπούσε.
Τι να το κάνω, όμως;
Τα όνειρά μου δεν μπόρεσαν ν’ αλλάξουν και
πολλά πράγματα…















