Συνέχεια της προηγούμενης ανάρτησης...
Καθώς ο ήλιος έγερνε στο βάθος τ’ ουρανού κι εκείνη απομακρυνόταν αφήνοντας πίσω τ’
αχνάρια της στην άμμο, άφηνε μαζί και μένα, με ένα τσαλακωμένο χαρτί στο χέρι
και… βαθιά μέσα μου μια βουβή θλίψη,. Άνοιξα το γράμμα της και διαβάζοντάς το
προσπαθούσα να ερμηνεύσω το γιατί. Έκλεισα τα μάτια για ν’ αφήσω ζωντανή μέσα
τους την υγρασία και την λύπη που ένιωθα. Περίμενα λίγο… Δεν γύρισε ούτε μια
φορά το βλέμμα της να με κοιτάξει, μέχρι που χάθηκε. Πήρα το δρόμο του
γυρισμού. Κόντευα στα πρώτα φοινικόδεντρα. Σ’ ένα απ’ αυτά θέλησα ν’ ακουμπήσω
για λίγο… να συνέλθω.
Τότε
τον είδα! Κουρνιασμένος στη ρίζα του δέντρου ένας γλάρος, με τη μια φτερούγα
του απλωμένη στην άμμο, έδειχνε λαβωμένος. Με μιας μου έκανε εντύπωση το
θλιμμένο του βλέμμα… Δε σκιάχτηκε καθόλου με την παρουσία μου. Με αγνόησε
επιδεικτικά. Κόντεψα, με φόβο μη τον τρομάξω κι άπλωσα απαλά το χέρι μου να τον
αγγίξω. Δεν κουνήθηκε. Τον χάιδεψα θέλοντας να του δείξω πως κι εγώ, σαν κι
αυτόν, ήμουν το ίδιο λαβωμένος. Πως δεν ήταν μόνος… είχε ένα σύμμαχο. Για μια
στιγμή προσπάθησε να ανασηκωθεί. Άνοιξε τα φτερά του, έκανε λίγα βήματα μήπως
πετάξει. Δεν τα κατάφερε. Έστρεψε το κεφάλι του και με κοίταξε ίσα στα μάτια.
Το βλέμμα του ήταν θυμωμένο. Μήπως η παρουσία μου τον ενοχλούσε; Μήπως έτσι είναι το βλέμμα των γλάρων; Δεν ξέρω αν ήταν
ιδέα μου, όμως βλέποντάς τον μπροστά μου, ασάλευτο για μερικά λεπτά, μου φάνηκε
σα κάτι να ήθελε, κάτι να μου ζητούσε. Όμως πώς να επικοινωνήσει ένας γλάρος με
λαβωμένο το φτερό μ’ έναν άνθρωπο επίσης λαβωμένο που, μόλις πριν λίγο, είχε
χάσει τα δικά του φτερά;

Με
δυσκολία έκανε λίγα βήματα προς τη θάλασσα. Τον ακολούθησα. Άρχισε τότε να
ανοιγοκλείνει δυνατά τα φτερά του προσπαθώντας να πετάξει. Μάταια! Τον έπιασα
στα χέρια μου να τον βοηθήσω, «μια φορά ακόμη, έλα» του ψιθύρισα για να τον
παροτρύνω! Έκανε κάτι μικρά πηδήματα, χτύπησε όσο μπορούσε τα φτερά του, αλλά
πάλι τίποτα. «Προσπάθησε, μωρέ, θα τα καταφέρεις», του φώναξα! Στην τρίτη
προσπάθεια κατάφερε να απογειωθεί. Δεν πήγε όμως μακριά. Έκανε κύκλους από πάνω
μου, με τη λαβωμένη φτερούγα να τον δυσκολεύει. Έδωσε μια στροφή ακόμη,
στάθηκε, ζύγιασε τα φτερά του, έφερε κι άλλους κύκλους γέρνοντας λοξά, σχεδόν
κάθετα με τη θάλασσα, ενώ εγώ τον κοιτούσα χωρίς να τον χάνω από τα μάτια μου.
Με μια απότομη κίνηση άρχισε να κουνάει τα φτερά του, να παίρνει ύψος και να
ξεμακραίνει. Τον έβλεπα να κατευθύνεται ήσυχα στον προορισμό του. Πετούσε
όμορφα παρότι δυσκολευόταν. Κάτι έδειχνε να τον καλούσε προκλητικά. Σήκωσα το
χέρι μου σε μια κίνηση αποχαιρετισμού. Άλλος ένας αποχαιρετισμός μέσα σε λίγη
ώρα.

Τα βήματά μου βαριά. Στη τσέπη μου ψαχουλεύω το
γράμμα της. Η περιπέτεια με το γλάρο είχε σαν συνέπεια να ξεφύγει για λίγο από
τη σκέψη μου. Δεν είχα τι να πω και τι να κάνω… Όταν όλα έρχονται έτσι όπως ήρθαν,
μονάχα ένας δρόμος υπάρχει. Της σιωπής.
Αναπολώ τώρα πλάνες στιγμές, ένοχες
σιωπές, εικόνες αφημένες στο πέλαγος της ψυχής που δεν βρήκαν ποτέ τους καμβά
να ζωγραφιστούν και λόγια να ειπωθούν. Κι όπως συνηθίζω να ξεσκονίζω, που και
που, τις αράχνες της μνήμης, όλο και βρίσκω κάποιον ιστό που έχει ξεμείνει εκεί.
Όπως τούτες οι στιγμές που σήμερα δραπέτευσαν από τις φυλακές της. Και θέλοντας
λίγο να γαληνέψω ζητώ βοήθεια από τα μαγικά λόγια αγαπημένου συγγραφέα που
λέει: «Η ζωή σου δεν είναι ό,τι έζησες, αλλά ό,τι μπορείς να διηγηθείς. Ό,τι
απέμεινε...». Αυτή είναι η περιουσία μας. Ό,τι ζήσαμε, ό,τι θυμόμαστε.
Μηθυμναίος
* Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εμπρός της Λέσβου στις 27 Οκτώβρη 2009