«Είμαι πάρα πολλά για να μην είμαι τίποτα και πολύ λίγος για να είμαι κάτι»… * * * * * «Ψάχνω να βρω λέξεις… που να "αγγίζουν" κι αγγίγματα που να μιλούν»…

2 Οκτ 2020

Το οικείο της νιότης που χάνεται…


Μέσα στη μελαγχολική γύμνια της εποχής που μας έλαχε να ζούμε είναι και κάποιες στιγμές που, θέλεις δε θέλεις, αδύνατο να αρνηθείς. Μήνες είχαν περάσει, αναβολή στην αναβολή, για κείνη τη φιλική σύναξη. Απρόσμενη η πρόσκληση. Θερμή η παράκληση. Και πώς να αρνηθείς;

Με τη φευγαλέα απροσδιόριστη αγωνία του φόβου να κυριαρχεί, το επιβεβλημένο πρωτόκολλο στη σκέψη και το ενδεχόμενο του τι θα συναντήσεις να απαιτεί μεγάλη προσοχή. Δέχτηκα να πάω.

Εντάξει, εφτά άτομα όλα κι όλα. Μέσα στα όρια. Οι μάσκες μπορεί να έκρυβαν το μισό πρόσωπο, ωστόσο ήταν εμφανή κάποια άλλα σημάδια. Ήταν η περίπτωση; Ήταν οι τόσοι μήνες; Δεν ξέρω, πάντως με την πρώτη ματιά διέκρινα στους φίλους μου το πέρασμα του χρόνου. Σε μερικούς ανελέητο. Σε άλλους κάπως φιλικό. Υποθέτω πως το ξάφνιασμά μου δεν έγινε αντιληπτό. Ποτέ δε είχα ανάγκη, τόση όσο τώρα, έναν καθρέφτη δεν έχω τέτοιες αγωνίεςνα κοιταχτώ. Να δω και να συγκρίνω και τα δικά μου σημάδια. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα έντονα ένα βαθύ και μυστήριο συναίσθημα: πώς γίνεται –σε τόσο λίγο διάστημα που είχαμε να ιδωθούμε– να χάνεται το οικείο της νιότης… Κατά τα άλλα ήταν μια όμορφη βραδιά. Μας έλειπε. Μας λείπει…


25 Σεπ 2020

«Ας το επάνω μου» *

Σε κάτι απόμακρα και ξεχασμένα χωριά συναντάς τα πιο φωτεινά χαμόγελα. Τις πιο όμορφες γιαγιάδες και τους πιο καλοσυνάτους γέροντες. Στο πρόσωπό τους ζωγραφισμένες οι αυλακιές απ’ τα χρόνια. Στα μάτια τους ο καημός για το χρόνο που τρέχει... Σκληρός ο χρόνος, καταφερτζής, τους άρπαξε αυτό που ήθελε. Συνήθως τα καλοκαίρια τους βλέπεις να κάθονται σα να πιάνουν στασίδι και να λιάζονται στα ασπρισμένα πεζούλια τους. Έχουν μια γλύκα, μια ετοιμότητα στο λόγο τους. Τους ακούς να μιλάνε και μορφώνεσαι. Ώρες μπορώ να κάθομαι μαζί τους.

Συνήθειά μου, όταν είμαι στο νησί να πηγαίνω, κάποια πρωινά, για βόλτα σε κάτι μικρά χωριά της βόρειας Λέσβου. Στην Άργενο, στη Λαφιώνα, στο Πετρί, στο Βαφειό. Στην Άργενο λοιπόν μια μέρα, τους βρήκα να κάθονται στ’ ασβεστωμένο κατώφλι τους. Εκείνη κι εκείνος. Ένα ζευγαράκι αιώνιο. Η γιαγιά παιδεύεται μ’ ένα ασύρματο τηλέφωνο στο χέρι. Θα λαχταρούσε να τηλεφωνήσει σε κάποιον, υποθέτω… Έτυχε να περνάω, με βλέπει, ξεθαρρεύει και μου φωνάζει: «Έλα γιόκα μ’, να μ’ πάρ’ς έν’ αριθμό. Δε καλουβλέπου πια…». «Ευχαρίστως να σας βοηθήσω», αποκρίθηκα και πήρα το χαρτάκι που είχε γραμμένο τον αριθμό. «Κάτσι, μη φύγ’ς, να σι τρατάρου κατιτίς». «Δε φτιάχνς κάνα καφέ για του πιδί; Άντι, φτιάξει κι για μένα». Πρόσταξε εκείνος και συμπλήρωσε: «Γλυκούλικους η θκος μ’». «Να δούμε πού θα φταξ του ζάχαρου σ’, κακουμοίρη μ’…», γύρισε και του είπε ε. «Ας του απάνου μ’»… της απαντάει εκείνος κοφτά. Και μου ’κλεισε το μάτι.

«Ας του απάνου μ’»… Τι μου θύμισε τώρα τούτο… Μια παλιά ιστορία, από ένα χρονογράφημα του αλησμόνητου Φρέντυ Γερμανού. Θα ’ταν το ’91, αν θυμάμαι. Καλεσμένη στην εκπομπή του η Μελίνα. Η διάγνωση για τη μετάσταση της αρρώστιας της ήταν ήδη γνωστή. Στο στούντιο και μια γιαγιά από την Κοκκινιά, με κάτασπρα μαλλιά και ροζ μάγουλα. Είχε μαζί της ένα εικόνισμα της Παναγιάς για να το χαρίσει στη Μελίνα. «Αυτό με φύλαξε εμένα τότε. Στη Μικρά Ασία. Το κρατούσα όλα αυτά τα χρόνια. Στο δίνω για να φυλάξει τώρα και σένα». Η Μελίνα τη φίλησε στο μάγουλο και της είπε: «Έχεις μάγουλα παιδιού, το ξέρεις;». Και η γιαγιά σεμνά-σεμνά της απάντησε: «Εντάξει είμαι». Εντάξει ήταν. Κι ας είχε περάσει από οδύσσειες και από προσφυγές, από καμένες Σμύρνες κι από καμένα χωριά. Κι ύστερα από άλλες περιπέτειες στην Κοκκινιά. Φτώχεια, παράγκες και εμφύλιους. «Το δέρμα σου είναι σαν δέρμα μωρού. Γιατί αφήνεις άσπρα τα μαλλιά σου;». «Να τα βάψω;», ρώτησε διστακτικά η γιαγιά. «Να τα βάψεις!». «Και τι θα πει η γειτονιά;». «Δεν είμαστε καλά!» (ξύπνησε η γνώριμη, φλογερή Μελίνα). «Εδώ δε φοβήθηκες τους Τούρκους και θα φοβηθείς τη γειτονιά; Να τα βάψεις»! «Ξέρεις κανέναν καλό;», ρώτησε εμπιστευτικά η γιαγιά. «Ξέρω!», τη βεβαίωσε η Μελίνα. «Θα στον βρω εγώ. Ας το επάνω μου». Η γιαγιά ήθελε να βάψει τα μαλλιά της, αλλά ήθελε έναν καλό που δε θα άλλαζε απότομα το χρώμα και… φανεί στη γειτονιά. «Ας το επάνω μου»! Πόσοι άνθρωποι, αλήθεια, λαχταράνε μια τέτοια απλή –ανδρική ως συνήθως– φράση; Πόσο αλλάζει ο ορίζοντας με ένα σκέτο «ας το επάνω μου»!

Κι ο Φρέντυ που, εν τω μεταξύ σκεπτόταν πώς δυο ώρες εγγραφής έπρεπε να γίνουν 52 λεπτά εκπομπής, αναγκάζεται να τις διακόψει: «Κυρίες μου, κάπου εδώ πρέπει να σταματήσουμε». Και η γιαγιά απτόητη, γυρίζει και του λέει: «Άντε στο καλό. Εμείς θα μείνουμε. Έχουμε, ακόμα να πούμε μερικά με την κοπέλα εδώ». Κι έσκασαν στα γέλια.

Δυο απίθανες, γελαστές Ελληνίδες. Η μια βγαλμένη από τα βελούδα και τα μετάξια των Μερκούρηδων και η άλλη ζυμωμένη στο αίμα και στη φωτιά της προσφυγιάς. Τόσο διαφορετικές και την ίδια ώρα τόσο ίδιες. Τόσο ίδιες στο γέλιο, στην περηφάνια, στην απλότητα, στη λεβεντιά!

Είναι κάτι άνθρωποι, «μπορεί να ’ναι αγράμματοι, αλλά σοφοί. Και, προπάντων, τρυφεροί. Απαλοί, χωρίς γωνίες που κόβουν, χωρίς καχυποψία, δίχως έπαρση και επιθετική ειρωνεία που πληγώνει». «Μεταξωτοί άνθρωποι». Όπως τους αποκαλούσε ο ποιητής Νίκος Καρούζος.

*  Τούτο το κείμενό μου δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στις 18/9/2012 στην εφημερίδα ΕΜΠΡΟΣ της Λέσβου. Το αναδημοσίευσε στις 10/1/2013 ο καλός μου φίλος («και μακρινός ξάδερφος») Γιώργος Βαρβάκης στο ιστολόγιό του «Μπάλος». Δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Νέας Υόρκης στις 5/3/2014 και πρόσφατα στο Περιοδικό ΑΙΟΛΙΔΑ, Τεύχος 76 (Ιούλιος-Αύγουστος-Σεπτέμβριος 2020). Ύστερα από τόσα χρόνια, το διαβάζω ξανά και... πιστέψτε με, δίχως ίχνος αλαζονείας, το λάτρεψα!  Και σκέφτηκα ότι δεν θα μπορούσε να λείπει κι από εδώ. 

Στράτος Δουκάκης





20 Σεπ 2020

Το λες και χόμπι. Λίγο το ’χεις;

 Ξημέρωσε με ψυχρούλα σήμερα. Η μέρα ξαποσταίνει «διχασμένη» ανάμεσα στη συννεφιά και τη λιακάδα. Να ‘ναι το αποτελείωμα του καλοκαιριού; Άντε να βγάλεις άκρη. Η φύση με τα χούγια της! Το φθινόπωρο φαίνεται να ετοιμάζει τα μπαγκάζια του. Χρόνια τώρα ο ίδιος ατέρμονος κύκλος αναπαμό δεν έχει– το καλοκαίρι να φεύγει και το φθινόπωρο να ’ρχεται.

Ο κόσμος να χαλάσει, όταν το σύμπαν συνωμοτεί και… συνδυάζει τα ασύνδετα,  αφήνεις τις ώρες να κυλάνε, και… να μιλάνε με τις σκέψεις που εσύ πας να πνίξεις. Όλα τα ασύνδετα κάποτε συνδέονται και εξηγούνται! Δεν θέλει πολλά ο άνθρωπος. Φτάνει μια απόφαση κι εγώ το τόλμησα. Ξεφύλλισα και πάλι τις σημειώσεις μου. Ένα σωρό από υπέροχα τίποτα συν χίλια παραπάνω… Κι «έπαιξα» μαζί τους

Σ’ αμήχανες στιγμές, λοιπόν και σε πείσμα του χρόνουμετράει και το αυθόρμητο της στιγμής «βουτάω» σ’ αυτές και «συμφιλιώνω» εικόνα με λόγο. Σαν σμίξουν κι ενωθούν –αρκεί να τα ταιριάξεις με κάτι δικό σου– και μ' άλλα κομματιασμένα σε παρασέρνουν. Κι απλά σου γίνεται χόμπι. Λίγο το ’χεις;

Ιδού:







24 Αυγ 2020

Venezuela, un país para querer!

             Ως ένας ανυποψίαστος έφηβος τότε –μιλάω για πολλά χρόνια πίσω– έφτασα στη μακρινή κι εξωτική Βενεζουέλα ανακαλύπτοντας έναν άγνωστο κόσμο. Ήταν φυσικό και επόμενο να έρθω αντιμέτωπος με τη νέα μου καθημερινότητα, με τα όσα συνέβαιναν, τα θετικά και τα αρνητικά εκείνης της χώρας. Εκείνου του του κόσμου. Τα δέχτηκα, τα αφομοίωσα. Έγινε ο τόπος μου όπου βλάστησαν τα εφηβικά μου χρόνια όπου, σε μια αφθονία δίχως τέλος, άρχισα να ξεφυλλίζω τα φλογερά όνειρα της νιότης μου. 


Αν έχεις ζήσει νέος, στη Βενεζουέλα εκείνων των χρόνων, οτιδήποτε κι αν κάνεις στο υπόλοιπο της ζωής σου, εκείνη θα παραμένει μαζί σου, στη σκέψη σου, στην καθημερινότητά σου, στον τρόπο ζωής σου, στα λόγια σου, στη νοσταλγία σου! Πώς το καταφέρνει και πως γίνεται αυτό, πιστέψτε με, δεν το έχω εξηγήσει ακόμη. Απάντηση αδυνατώ να δώσω. Ωστόσο –εγκαρδίως και ειλικρινώς– θα πω πως δεν σταμάτησα να την ευγνωμονώ για όσα μου χάρισε και όσα μου δίδαξε στη ζωή.

Εν τω μεταξύ, ας μην το ξεχνάμε, είχα αφήσει πίσω την Ελλάδα, την πατρίδα που με γέννησε και μ' ανάστησε και ήταν επόμενο η καρδιά μου να περιφερόταν και γύρω από αυτήν. Όπου κι αν πήγαινα, όπου κι αν στεκόμουνα, ό,τι κι αν έκανα, η Ελλάδα ήταν μέσα μου. Παρούσα! Τη μύριζα, την άγγιζα την οραματιζόμουν κι όσο έμπαινε μέσα μου τόσο περισσότερο παθιαζόμουν. Το όνομά της και μόνο έφερνε ολόγυρά μου το φως της, το γαλάζιο της, το λεπταίσθητο θρόισμα του αγέρα και της αύρας της. Όλα τα κρατούσα επάνω μου, όπως θα κρατούσα στα χείλη μου, ένα κλωνάρι γιασεμί ή βασιλικό κι είχα την ευωδιά τους.

Η ζωή μας, βλέπετε, είναι καμωμένη από καιρούς και χρόνια που, από τη μία στιγμή στην άλλη, όσο μεγαλώνουμε τόσο μας ξεσηκώνουν. Η δική μου ξετυλίχτηκε πάνω σε δυο παράλληλους κόσμους, σε δυο παράλληλες διαδρομές. Σε δυο παράλληλες ράγες τρένου κύλησε το ταξίδι της ζωής μου. 

Ήταν άλλες εποχές τότε, πιο ισορροπημένες, δεν αντιλέγω. Τώρα έχουν αλλάξει πάρα πολύ τα πράγματα. Γενικά. Πέρα από τις δυσκολίες που ζει τώρα και ανεξάρτητα από το πόσο απαισιόδοξη μπορεί να δείχνει, δεν παύει να είναι και να παραμένει για όλους την έζησαν αξέχαστη! 

Επιμύθιο:

Κανένα μέρος του κόσμου δεν αξίζει, άμα δεν βάλεις μέσα στην ιστορία σου τους ανθρώπους του, τα αισθήματα, τα γεγονότα που έζησες και κάθε φορά, ανακαλώντας τα στη μνήμη, ξεπηδούν και σωριάζονται σαν φωτογραφίες που αρνούνται να ξεθωριάσουν. Αυτά έζησα, μου ανήκουν, είναι η ζωή που έχω να θυμάμαι. Γι’ αυτό κι εγώ επανέρχομαι συχνά και σας παιδεύω… Γιατί κοιτάζοντας πίσω όλα αυτά τα χρόνια μου φαίνονται τα πιο ωραία! Γι’ αυτό θα την λατρεύω και θα την λατρεύω εσαεί, είτε αυθόρμητα είτε το πιθανότερο– νοσταλγώντας την! Επειδή υπήρξε και επειδή η ξενιτιά την έκανε δεύτερη πατρίδα μου.