Αγαπητέ μου ξάδερφε,
Μπορεί να έγραφα προχτές για φθινόπωρα και δόσεις μελαγχολίας, όμως χτες είχα την τύχη να βρεθώ -καλεσμένος στο σπίτι του- μ’ έναν αξιοθαύμαστο άνθρωπο. Ξέρεις εσύ πόσο μου αρέσουν οι άνθρωποι που έχουν κουλτούρα. Μου αρέσουν γιατί είναι ήρεμοι. Λεπτοί. Ισορροπημένοι. Άνθρωποι που τη ζωή τους κυβέρνησε η γνώση. Τον χάρηκα γιατί πλημμύριζε αισιοδοξία και κατά κάποιο τρόπο μου την επέβαλε κι εμένα. Είναι απ’ τους ανθρώπους που μοιάζουν με Κυριακή. Θαρρείς και κουβαλούν τον ήλιο μέσα τους. Έτοιμοι να σου συμπαρασταθούν με κάθε τρόπο. Από το να σου δώσουν τις πληροφορίες που έχεις ανάγκη μέχρι την κουβέντα που έχεις ανάγκη. Είπαμε πολλά και για πολλούς. Δεν βγήκε από το στόμα του μια κακή κουβέντα. Για κανέναν! Αυτό μου έκανε μεγάλη εντύπωση γιατί, ως συνήθως, δεν συμβαίνει έτσι, και το ξέρεις. Το αντίθετο μπορώ να πω. Μα κι αν χρειάστηκε, κι αν το έκανε - θα το έκανε με στυλ, εγώ πάντως δεν το αντιλήφθηκα.
Συμπεραίνω, ξάδερφε, ότι πηγή αυτής της συμπεριφοράς είναι η ανατροφή, η μόρφωση, το περιβάλλον, ο χαρακτήρας. Έναν τέτοιο άνδρα είχα μπροστά μου. Ευφυή, με λεπτό, έξυπνο χιούμορ, δίκαιο, γοητευτικό, γνώστη και μύστη, εξαιρετικό ακροατή και ομηρικό αφηγητή, έναν άνθρωπο «χαρά θεού», όπως λέμε εμείς, πλήρη, που δεν είχε να αποδείξει τίποτα και σε κανέναν. Όλα ήταν «απλωμένα» μπροστά του. Απολαυστικός, ευγενέστατος κι ευτυχής, όχι τόσο από έργο ή εύνοια των θεών (που φρόντισαν να μη τον αδικήσουν), όσο από την παιδεία που κουβαλάει.
Αναρωτιέμαι, πολλές φορές, αν τα ονόματα έχουν σχέση με τον χαρακτήρα του ανθρώπου που το έχει. Μ’ εκείνον, τουλάχιστον πείστηκα ότι θα πρέπει να έχουν… Πάντως, φεύγοντας, μού έμεινε μέσα μου μια αίσθηση ότι έφευγα λίγο πιο πλούσιος γιατί πήρα μαζί μου (φυλαχτό στην καρδιά μου) ένα κομμάτι απ’ όλες τις αρετές, τις γνώσεις και τις συμβουλές του. Πολύ θα ήθελα κι εγώ κάτι δικό μου να άφησα. Δεν ξέρω αν το κατάφερα…
Αλήθεια πολύ θα το ’θελα.