«Είμαι πάρα πολλά για να μην είμαι τίποτα και πολύ λίγος για να είμαι κάτι»… * * * * * «Ψάχνω να βρω λέξεις… που να "αγγίζουν" κι αγγίγματα που να μιλούν»…

19 Νοε 2017

Πέρασαν 11 Χρόνια κιόλας…

Σα να ’ταν χτες... 


Ήταν 19 Νοέμβρη του 2006. Σα να ’ταν χτες. Ωστόσο, πέρασαν 11 χρόνια κιόλας… Ελευθερώθηκε η επικαρπία έκανα την κατάληψη χώρου που μου αναλογούσε στο διαδίκτυο και «θρονιάστηκα» στη γωνιά της προσωπικής μου δημοσιότητας.
Ύστερα… Ύστερα άνοιξα πόρτα και τόλμησα το πρώτο δειλό βήμα προς τα έξω κι έκτοτε απλώθηκε στράτα ολάκερη μπροστά κι έγινε, δίχως να το καταλάβω, διαδρομή ρουτίνας.
Άρχισα, που λέτε, με αχνές πινελιές να χαράζω και να χρωματίζω εικόνες, λέξεις, μνήμες, κάθε λογής αφηγήσεις και σκέψεις σε πολύ προσωπικό (κατά τη γνώμη μου) τρόπο και ύφος. Είχε ανάγκες, βλέπετε, η ψυχή να καθρεφτίζεται. Κι εγώ, πως θα μπορούσα αλλιώς, της έκανα τη χάρη. Βοηθούσε, βέβαια τότε, και η εποχή που είχε τα δικά της χαρακτηριστικά, τη δική της συμπεριφορά, το δικό της ρομαντισμό όπου, εύκολα ο καθένας μας,  αφουγκραζόταν «την ανάσα μιας λέξης και το λυγμό μιας συλλαβής» που λέει κι ο ποιητής. Έφτανε ν’ απλώσεις το χέρι κι ένα σωρό γνωστοί-άγνωστοι έρχονταν κοντά σου. Ήταν δε, τόσο μεγάλη η ανάγκη και η παρηγοριά της αγκαλιάς που τη μοιραζόμασταν απλόχερα. Απίθανα χρόνια τότε. Και… πολλά υποσχόμενα.
Εδώ μέσα χώρεσαν οι μικρές ή οι μεγάλες ιστορίες, οι αλήθειες, οι έσω φωνές, ξεσπάσματα, στοχασμοί και σκέψεις. Εδώ ενώθηκαν ψυχές και κορμιά με άλλα κομματιασμένα κι άρχισαν τα πάρε-δώσε: οι αγκαλιές, οι χαρές, τα χαϊδέματα, τα παινέματα, οι φιλίες αλλά… και οι έχθρες. Δεν θα μπορούσαν να λείψουν κι αυτές. Παράξενοι που είμαστε οι άνθρωποι…
Πέρασαν 11 χρόνια κιόλας! Μια δρασκελιά το χθες από το σήμερα. Τι να πρωτολογαριάσεις… Στο αχνόφεγγο πλαίσιο διακρίνεις πλέον μια χαμένη αίσθηση από παρελθόν. Απόσταξη μνήμης, νοσταλγίας, ξεδίπλωμα σκέψεων, φευγαλέες εικόνες κι απόμακροι ήχοι σαν ψίθυροι μιας τσακισμένης ευαισθησίας. Πέρασαν 11 χρόνια… Ποιος το περίμενε… Κουράγιο, λοιπόν, ευχή κι ελπίδα να έρθουν κι άλλα τόσα.
Τέλος, έχω την υποχρέωση και οφείλω να εκφράσω την αμέριστη εκτίμηση, την απέραντη αγάπη, την ειλικρινή ευγνωμοσύνη και σεβασμό –αντίδωρο ταπεινό και εγκάρδιο– σε όλες τις φίλες κι όλους τους φίλους –τους τότε και τους τώρα– για την παρέα, τις όμορφες στιγμές κι όσα κοινά μας έδεσαν.

Κι ένα ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ όσο δε πάει!

6 Νοε 2017

Πρώτος ρόλος για μια ημιτελή παράσταση μέσα στη νύχτα



Πήγα να χαμηλώσω τη μουσική. Δυνάμωνε η ένταση, όσο δυνάμωνε στο κρεσέντο το σαξόφωνο του Johnny Ferreira στο Ain't No Sunshine. Ήταν κι αργά. Ετοιμαζόμουν να τραβήξω τις κουρτίνες όταν είδα ξαφνικά να ξεπροβάλλει πίσω από το σκοτεινό βουνό μια λεπτή φέτα από φως που μεγάλωνε και στρογγύλευε όσο έμενα να κοιτάζω προς τα κει… Τώρα τι γίνεται; Κλείνεις το παράθυρο ενώ έξω έχει φεγγάρι; Δεν το κλείνεις. Γιατί… γιατί απλά ο φωτεινός αυτός δίσκος έχει τη δύναμη να σε ξελογιάζει, να σε κυριεύει και να μετατρέπεται συνάμα σε κάτι πολύ οικείο. Πιο οικείο απ’ ό,τι το φαντάζεσαι. Και… πιο φιλικό απ’ ό,τι το υπολογίζεις.
Ακόμη κι αν λίγα σύννεφα, στο διάβα τους, πεισματικά θαρρείς, πήγαιναν να το κρύψουν, ενόσω ο σκοτεινός ουράνιος θόλος μεταλλασσόταν κι άλλαζε χρώματα απ’ το γκρίζο στο μολυβί, εκείνο συνέχιζε να πρωταγωνιστεί και να υποδύεται τον πρώτο ρόλο σε μια ημιτελή παράσταση, μέσα στη νύχτα. Τώρα τι γίνεται; Αναρωτιέσαι και πάλι. Κλείνεις το παράθυρο ενώ έξω έχει φεγγάρι; Δεν το κλείνεις. Θέλεις να ξεδιαλύνεις όσα χορεύουν στο μυαλό σου, πασχίζοντας να πιαστείς από κάτι για να μπορέσεις να ερμηνεύσεις το ανεξήγητο.
Το σαξόφωνο ακούγεται τώρα όλο και πιο χαμηλά. Είναι κι αργά. Το σκηνικό μιας ημιτελούς παράστασης, όπως και το «Ain't No Sunshine», τελειώνουν. Τώρα τι γίνεται; Αναρωτιέσαι… Απλά υποκλίνεσαι και γίνεσαι μέρος τους.

30 Οκτ 2017

Μόνο να τη σκιαγραφήσω θέλησα…

Για μια Elsa,
μιας ηλικίας πλέον και λοιπών προσωπικών δεδομένων υπό… προστασία


Η δύναμη της ομορφιάς της παραμένει ακόμη τεράστια. Ωστόσο, δεν την ενοχλεί που ποτέ κανείς δεν είχε παρατηρήσει την κρυμμένη πλευρά της ύπαρξής της… Την κρυμμένη ομορφιά της.
Χωρίς το παραμικρό πρόσχημα, εκφράζει την ακαταμάχητη επιθυμία της να μην προβάλλεται. Να μένει μόνη εκεί που είναι. Χωρίς τους ανθρώπους της. Χωρίς αντικείμενο. Χωρίς αποζημίωση. Να μετράει «όσα δε λέει όταν μιλά, το χρόνο που θυμάται όσα ξεχνά, τα «αχ» που… στην καρδιά της ταξιδεύουν».
Εσωστρεφής και περίκλειστη, πίσω από κλειστές πόρτες και τραβηγμένες κουρτίνες, σ’ ένα σπίτι που άδειαζε χρόνο με το χρόνο επιλέγει τον καλύτερο τρόπο που κινείται και τον ευγενέστερο που μιλάει, αλλά και τις κατάλληλες λέξεις που διαλέγει για να μεταφέρει τις ευαισθησίες και τα μυστήρια της μοναξιάς της. Κρατάει κάτι από μια χαμένη εποχή αρχοντιάς. Όχι πλούτου. Αρχοντιάς! Το διακρίνεις, άλλωστε, σ’ αυτή τη λεπτή λύπη που κρέμεται από τα μάτια της. Έστω για δευτερόλεπτα… Στην οποία, όμως, λύπη δεν παγιδεύτηκε ποτέ. Διατήρησε την αξιοπρέπειά της σε κάθε αντιξοότητα της ζωής… Κι ήταν πολλές. Κι όταν τα δεδομένα κλονίζονταν και οι ισορροπίες χάνονταν αναζητούσε το δικό της φάρμακο που ήταν η… απομόνωση.
Μολονότι τώρα προσπαθεί να ξεμπλέξει συναισθήματα, απώλειες, σκέψεις και νοήματα· δεν της βγαίνει. Ωστόσο δεν ασφυκτιά, χώνεται ανάμεσα στα ανάκατα «αχ» της μόνο και μόνο για να τα ξανακάνει μονάδες.

Εν τέλει, συνειδητοποιώ, ακόμα μια φορά, έμπρακτα κι ευδόκιμα πως η πρόφαση είναι μια μακριά αναμονή προσμένοντας το τίποτα. Αυτό το τίποτα που είναι το παν. Κι αυτή η αναμονή (ή η πρόφαση) εκτυλίσσεται μέσα της με χαράγματα ευγενικής μελαγχολίας και βουβής (τις περισσότερες φορές) τρυφερότητας κι αλίμονο, έτσι χάθηκε το πιο ευωδιαστό κομμάτι της ζωής της.
Κι εγώ, ενώ το υποσχέθηκα στον εαυτό μου και… φυσικά σ’ εκείνη να μην αναφέρω τίποτα, ή να γράψω κάτι για ’κείνη –δεν υπάρχει λόγος, μου μήνυσε– για κάποιο λόγο τώρα, κόπτομαι να γράψω. Και γράφω. 

Μόνο να τη σκιαγραφήσω θέλησα… Ανήμπορα να την περιγράψουν τα λόγια.

4 Οκτ 2017

Σ’ αυτά θα εστιάσω

Το φθινόπωρο, με συννεφιές και ολίγη βροχή, ήρθε κανονικά στο ραντεβού του. Καιρός κι εμείς ν’ αρχίσουμε –κι ας το αναβάλουμε ο καθένας για τους δικούς του λόγους– να διπλώνουμε σιγά σιγά το καλοκαίρι μέσα στα τεφτέρια της μνήμης και στα άλμπουμ ή στα αρχεία του υπολογιστή μας.
Ευανάγνωστα και αδρά τα χρώματα, βρήκαν έτοιμο, καθάριο κι άδειο ορίζοντα, έπιασαν στασίδι προσθέτοντας τις δικές τους πινελιές. Εκεί βολεύτηκαν τα εύθραυστα ενδεχόμενα των αισθημάτων και των αισθήσεων του φθινοπώρου.
Μέρες γενναιόδωρα φθινοπωρινές, αλλάζουν χρώματα και διαθέσεις. Μικραίνουν. Υποχωρούν δειλά ώσπου να γίνουν μια σταλιά αφήνοντας χώρο στη νύχτα ν’ απλωθεί.
Η φύση, ωστόσο, δε σταματά να παίζει. Δεν έχει αναβολές ή ενδοιασμούς για ν’ αναλάβει δράση. Στο κάλεσμα ν’ αλλάξει το σκηνικό της δε χωράνε δισταγμοί. Τα δέντρα περιμένουν ν’ ανοίξουν λογαριασμούς, να πάρουν εκδίκηση και να λουστούν με τα χρώματα της εποχής. Κομματάκια παζλ πυροδοτούν ματιές και αισθήσεις… Σ’ αυτά αποτυπώνεται η αλήθεια τους. Σ’ αυτά θα εστιάσω. Αυτά η καταφυγή μου. Αυτά ο μικρός μου κόσμος κι ο μεγάλος μου.