«Είμαι πάρα πολλά για να μην είμαι τίποτα και πολύ λίγος για να είμαι κάτι»… * * * * * «Ψάχνω να βρω λέξεις… που να "αγγίζουν" κι αγγίγματα που να μιλούν»…

20 Αυγ 2016

Η σιωπή. Η απουσία. Η απεξάρτηση


Όταν υπάρχει παραπάνω δόσιμο, ας πούμε, σ’ αυτό που κάνεις και πολύ αναποδογύρισμα όταν βγάζεις προς τα έξω το μέσα του εαυτού σου, παρότι είναι συνήθεια, ανάγκη και πάθος, κάπως… κουράζει. Γίνεται ρουτίνα. Όταν σκέψεις και αισθήματα παλεύουν να γίνουν λέξεις στο χαρτί, ή στην οθόνη αν θέλετε, κάπως αρχίζει να ψευτίζει. Μολαταύτα δε χωράνε δισταγμοί. Τ’ αφήνεις απλά να σε παρασύρουν.
        Για δυο μήνες τα απαρνήθηκα όλα! Δεν ήταν και τόσο δύσκολο. Ούτε εύκολο το λες. Η σιωπή. Η απουσία. Η απεξάρτηση. Γεγονός. Άρχισα να χαίρομαι και με άλλα πράγματα και όχι μόνο άλλα, ήθελα, αυτά τα άλλα, να έχουν και μια σχετική διάρκεια. Φοβόμουν, ομολογώ, πως δεν θα μπορούσα να το κουμαντάρω. Δεν πίστευα ότι αντέχεται κι όμως…


Συνειδητή επιλογή η απουσία μου. Έμεινα αρκετό καιρό εκτός. Κατ’ αρχάς έκανα καλό στον εαυτό μου. Αυτό είναι βέβαιο. Άντεξα σ’ αυτό το εκτός. Άλλαξα συνήθειες και τρόπους στην καθημερινότητά μου. Έπιασα και πάλι τα διαβάσματα. Βιβλία που με περίμεναν. Περπάτημα. Γυμναστική. Εξορμήσεις. Φωτογράφηση. Συγύρισμα και τακτοποίηση του χώρου μου. Ξεκαθάρισμα συρταριών. Πολλά γραφτά ατέλειωτα και ατελείωτα στοιβαγμένα εκεί μέσα –παραέξω και παραδίπλα– παραμένουν σιωπηλά. Χιλιάδες φράσεις που έπρεπε να ειπωθούν, εκατοντάδες νοήματα που έπρεπε να εκφραστούν κι όλα να συνοψίζονται σ’ ένα ασήμαντο παράπονο που δεν είναι της στιγμής. Ωστόσο, με ξαφνιάζει το γεγονός πως με τόσα γραφτά ζωσμένος, έφτασα, όπως θα έλεγε κι ο στιχουργός, πιο μακριά απ’ αυτό που ’μουν φτιαγμένος.
Λένε πως οι μουσικοί δεν αποσύρονται· σταματούν όταν η μουσική μέσα τους σωπαίνει. Κι εγώ νιώθω να έχω λίγη μουσική ακόμη μέσα μου. Δεν είναι εύκολο να απαρνηθείς· να ξεγράψεις ξάφνου λέξεις, φράσεις, προτάσεις, διατύπωση σκέψεων που χορεύουν μπρος στα μάτια σου ενώ πασχίζεις –με δικαιολογίες και προφάσεις– να ερμηνεύσεις αποφάσεις. Άλυτες παραμένουν οι απορίες. Τις καλύπτεις προσωρινά, αλλά αυτές ξαναβγαίνουν μπροστά σου σαν απραγματοποίητα όνειρα.
Το πι-σι και το λάπτοπ έπιασαν αράχνες. Το διαδίκτυο –το blogging στην περίπτωσή μου– δεν μου χάριζε πλέον ό,τι μου χάριζε. Άλλες εικόνες γοητεύουν το βλέμμα, άλλα κυριεύουν το ενδιαφέρον μου… Είναι αμαρτία, το αναγνωρίζω, να παραμερίζεις αυτή τη δροσερή πηγή έκφρασης και μοιρασιάς, αυτή τη, σχεδόν καθημερινή βουτιά στο συναρπαστικό κι ανεκτίμητο χάρισμα που από καλοτυχία έπεσε στα χέρια μας.
Βάσταξες όσο άντεξες, αποκρίνομαι στον εαυτό μου. Πόσα και τι να πεις για τούτη τη γωνιά που αξιώθηκες. Πόσες ανάγκες, πόσους φίλους να χωρέσεις, πόσες αγκαλιές. Έχε, ωστόσο, κατά νου πως το πουλί δεν τραγουδάει γιατί έχει απαντήσεις· τραγουδάει επειδή έχει τραγούδια. 

Θέλει συμμάζεμα το θέμα…
Κρεμάω σ’ αυτή τη γωνιά λευκό κουρτινάκι δαντελένιο, με κενά, που επί τούτου άφησε η υφάντρα με το βελονάκι της, κάτι να μαρτυράνε στους «απ’ έξω».




19 Ιουν 2016

«Ήμουν κι εγώ εκεί»


Για πολλά χρόνια θα θυμάμαι εκείνη τη βραδιά, στις 16 Ιουνίου, τη μεγάλη συναυλία που διοργάνωσε στο Καλλιμάρμαρο, το «Όλοι μαζί μπορούμε»
με σκοπό τη συγκέντρωση τροφίμων. Και περήφανος θα ’χω να λέω:
«Ήμουν κι εγώ εκεί»!
Ναι, εγώ θα έχω να το λέω, όπως κι όλοι όσοι βρέθηκαν εκεί.


Συντελεστές:
Χάρις Αλεξίου, Ελένη Βιτάλη, Ελεωνόρα Ζουγανέλη, Σταμάτης Κραουνάκης, Μανώλης Μητσιάς, Γιώργος Νταλάρας, Μίλτος Πασχαλίδης, Άλκηστις Πρωτοψάλτη και Ηρώ Σαΐα
τραγούδησαν υπό τη διεύθυνση του Σταύρου Ξαρχάκου, μια επιλογή από τα πρώτα τραγούδια του συνθέτη, μέχρι «Τα κατά Μάρκον» του 1991…



Ο σκοπός επετεύχθη και με το παραπάνω, αφού βρέθηκαν στο Στάδιο γύρω στους 50.000 θεατές και συγκεντρώθηκαν πάνω από 100 τόνοι τροφίμων…


Τα φώτα χαμηλώνουν. Ο Σταύρος Ξαρχάκος ανεβαίνει στη σκηνή.
Σηκώνει τα χέρια και οι πρώτες νότες του σπουδαίου «Μάνα μου Ελλάς» 
σκίζουν τον καλοκαιρινό αέρα. Μια ιστορική συναυλία ξεκινάει.

Ακούστε το με... τους Νταλάρα - Μητσιά - Πασχαλίδης



Κι εδώ μπορείτε ν’ ακούσετε ένα μεγάλο μέρος της συναυλίας


Ένας μύθος λέει πως σε εποχές κρίσεων, και γενικότερης ένδειας και χρεοκοπίας, 
το τραγούδι αναπνέει διπλά.

16 Ιουν 2016

Με τα υλικά και τη συνταγή...


Εδώ πιο κάτω, στο κατόπι του ξημερώματος, ακολουθώντας το εκκρεμές της καρδιάς μου, ανάμεσα σε αδιέξοδα μονοπάτια που χαράσσονται μέσα σε σπαρμένες αντιφάσεις, σκόρπιο με βρήκε το πρωί. Γυροφέρνω μήπως το χέρι μου, αυτό που δεν τόλμησες να πιάσεις, συναντήσει και πάλι το δικό σου… Πόσος χρόνος πέρασε, αλήθεια; Ξεφυλλίζω μόνος μου την απορία. Έτσι κανείς βλέπει και… μαθαίνει αλλιώς τα πράγματα.
Κι όλο «μαζεύει» ο καιρός, γύρισε κάτω η μέρα, σπέρνοντας ερωτηματικά και ανησυχίες. Ο καθένας με τα φορτία του και τις ιστορίες του, να μιλάνε, να χάνονται, να… μελαγχολούν αφήνοντας ανοιχτά ενδεχόμενα και αμφιβολίες. Η σκέψη πάντα θα απορεί. Σε κουβέντα να βρισκόμαστε…
Με μικρή υποψία μιας κρυμμένης ελπίδας και με της ψυχής το περίσσευμα, κοντοστέκομαι ξεπροβοδίζοντας λόγια ανθρώπων. Διαβάσματα από «ψαγμένα» βιβλία, γραμμένα από ανθρώπους που ξέρουν πολύ καλά να μεταπλάθουν την ευαισθησία τους σε λέξεις. Που με απλές κουβέντες τα λένε όλα... Που με λέξεις-χάδια παίρνουν αγκαλιά τις συλλαβές και τις σεργιανίζουν. Φράσεις εύστοχες, καθαρές, λόγια λιτά, τέτοια που… ακόμη και τα αποσιωπητικά τους ακούγονται. Πόσες σκέψεις, πόσα σιωπηλά βλέμματα, πόσα συναισθήματα καταγράφονται για να χωρέσουν στο αχώρητο εφήμερο.
           Κάτι τέτοια αναζητώ, χωρίς φόβο, χωρίς ενοχή, αξιώνοντας –με τα υλικά και τη συνταγή να μπω κι εγώ μέσα.

6 Ιουν 2016

Λαμπυρίσματα είναι…



Από την ηδυπάθεια του μεσημεριού στη μελαγχολία του απογεύματος κι από τη γεύση  που αφήνει το αργοπορημένο δειλινό με τις πορφυρές ανταύγειες του, στο λυπημένο αντίο μιας μέρας που… τελειώνει.
Νύχτωσε πια, σα να μου φάνηκε, κάποια στιγμή, πως σώπασαν και τα τζιτζίκια. Κάπου διάβασα ότι σωπαίνουν γιατί είν' η ώρα που αγαπιούνται. Μόνο μια φορά σ' όλη τους τη ζωή. Κι ύστερα, λένε, πεθαίνουν. Δεν ξέρω αν αυτό αληθεύει… Τι κρίμα, όμως… Πόσα θα ’δινα ν’ αργοπορούσε κι άλλο αυτή η ευλογημένη ώρα της αγάπης… Ξεχάστηκα κι είναι αργά…

Λίγο πριν τον ύπνο –συνήθεια παλιά– κάνω κρυφή εξομολόγηση στον εαυτό μου. Εξευμενίζω όλες τις κακές σκέψεις, τη μια πίσω απ’ την άλλη, για να επιβάλλω την αλαφράδα της ξεγνοιασιάς. Απλώνει ο νους και στριμώχνει κι άλλα μέσα, ξένα, δικά μας, της ψυχής και της ζωής. Εκπνέω πραγματικότητες, εισπνέω μαγεία... Απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο εισβάλει έντονα η μεθυστική ευωδιά των πρώιμων γιασεμιών. Κι ένα κομμάτι έναστρου ουρανού –όσο φαίνεται– με ταξιδεύει στο αχανές του. Μόλις που ακούγεται –σφύριγμα επαναλαμβανόμενο– και το θλιμμένο λάλημα του γκιώνη. Χαρακτηριστικό άκουσμα στις νύχτες του καλοκαιριού. Αφήνομαι…
Πώς να νανουρίσεις τη στιγμή να γλυκαθεί η νύχτα, πώς; Βρες μια δικαιολογία, βρε αδερφέ, ένα άλλοθι, κάτι· συμπόρευση να βαφτιστεί στ' ανήμπορα. Βρες λόγους να ξεμπλέκουν τ’ αμήχανα σκαλώματα.

Λαμπυρίσματα είναι οτιδήποτε ακουμπάμε με ψυχή για να ριζώσει, να θεριέψει και να γενεί όνειρο.