«Είμαι πάρα πολλά για να μην είμαι τίποτα και πολύ λίγος για να είμαι κάτι»… * * * * * «Ψάχνω να βρω λέξεις… που να "αγγίζουν" κι αγγίγματα που να μιλούν»…

17 Σεπ 2018

Είναι κάτι άνθρωποι…


Με τον καιρό συνειδητοποιούμε ότι κάποιοι άνθρωποι που γνωρίσαμε, στο διάβα της «μετρημένης μας ζωής», διαδραμάτισαν επάνω μας έναν καθοριστικό ρόλο. Κάποιοι μας συμπάθησαν και μας αγάπησαν. Μερικοί θέλησαν να μας δοκιμάσουν, άλλοι να μας χρησιμοποιήσουν κι άλλοι να μας διδάξουν. Μας εμφύσησαν, έμμεσα και απαλά, συναισθήματα, ιδανικά, αξίες και αλήθειες. Ωστόσο, θα πρέπει να δώσουμε ιδιαίτερη προσοχή σε εκείνους που, παρ’ όλες τις αδυναμίες και τα ελαττώματά μας, επέλεξαν όχι μόνο να μας αγαπήσουν, να μας διδάξουν αλλά και να μας βοηθήσουν ώστε να βγάλουμε από μέσα μας έναν καλύτερο εαυτό.
Είναι, ως συνήθως, άνθρωποι των οποίων «οι σιωπές είναι λαλίστατες και τα μάτια τους άλλο τόσο». Πάντως, θέλω να πιστεύω πως, για κάποιο λόγο (Να πω το σύμπαν; Να πω η τύχη; Να πω ο Θεός;…) τους έβαλε στο δρόμο μας για να μας υπενθυμίζουν ότι η ζωή μας έχει σημασία.

Σ’ αυτόν τον κόσμο, που ολοένα στενεύει, προσωπικά είχα την τύχη –ας το θέσω έτσι– να γνωρίσω και να εκτιμήσω αρκετούς τέτοιους, ιδιαίτερα προικισμένους ανθρώπους που μου άλλαξαν ματιά, άποψη και στάση ζωής


Τώρα, στις αμήχανες στιγμές της καθημερινότητάς μου, τους αναλογίζομαι και προσπαθώ να ξεχωρίσω τι το σημαντικό διέθεταν ακριβώς αυτοί οι ιδιαίτεροι άνθρωποι ώστε να επηρεάζουν χαρακτήρες, ακόμη και συμπεριφορές. Χαρίσματα νομίζω, όπως η σεμνότητα, η ευαισθησία, η αμεσότητα, η μετριοπάθεια το συναίσθημα, το… χιούμορ τους, η ευγένεια και η ειλικρίνεια, αυτά, μεταξύ άλλων… Ναι, αυτά κοσμούσαν την παρουσία τους.

14 Αυγ 2018

Εκείνη ξέρει, έχει τις απαντήσεις…


          Η ζωή κυλάει κανονικά, με τα πάνω και τα κάτω της φυσικά, κι εμείς από το περιθώριο –αυτόπτες μάρτυρες και θεατές– αμήχανα ατενίζουμε αφ’ υψηλού… Παρακολουθούμε λειψά κι αταξινόμητα επεισόδια μια μόνιμης –καθολικής θα έλεγα– φθοράς και μιζέριας. Σάμπως μπορούμε να βρούμε άκρη;


Επιχειρώ ένα συνταίριασμα όλων των παραπάνω, να το θέσω στο ισοζύγιο των συναισθημάτων: της αρχής και του τέλους των πραγμάτων. Βλέπω πώς γίνεται, σε μια στιγμή, το άπλετο και άχραντο καλοκαιρινό φως να μετατρέπεται σ’ ένα τεφρό γκρίζο που μεταφράζεται σε μια σχεδόν ανεπαίσθητη μελαγχολία, οργή και θλίψη…
Έτσι ξαφνικά και στα καλά καθούμενα, γέμισε η ζωή μας όχι «θολωμένες», μα μαυρισμένες στιγμές που μας οδήγησαν, αλίμονο, στο πουθενά. Από πού ν’ αρχίσω; Παράταιρη μοιάζει (και είναι). Εκείνη, ωστόσο, ξέρει τι θα κάνει, έχει τις απαντήσεις της: θα μας τραβήξει ξανά στο μετά…
Παρ’ όλα αυτά συνεχίζω να πιστεύω ότι η ζωή είναι σαν ένα φλυτζάνι καφέ. Όλα εξαρτώνται από το πώς τον ετοιμάζεις, αλλά πάνω απ’ όλα πως τον πίνεις… 

9 Ιουλ 2018

Στην Άκρη του Ορίζοντα...

Ο κόσμος είναι γεμάτος από μικρές χαρές. Θα έλεγα, ωστόσο, πως το σημαντικό είναι να μπορούμε –και να θέλουμε, βεβαίως– να τις ψάξουμε. Έτσι δεν είναι; Γι’ αυτό συνίσταται, η όποια πιθανότητα υπάρχει –ή έχουμε– να μην την αφήνουμε να πάει χαμένη.
Βέβαια, στο διάβα του χρόνου συνειδητοποιούμε πόσο ελεύθεροι ήμασταν (ανέκαθεν) μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο (τον μικρό τον μέγα) και με φόντο έναν ατέρμονο ορίζοντα να επιλέξουμε και… πόσο αυτή η ελευθερία γινόταν ατολμία και αποθάρρυνση.


Στην ορμή της νιότης που εξουδετερώνει κάθε αντίδραση, εντυπωσιάζει ή γοητεύει αλλά και στις σημειώσεις των περιθωρίων διαγραφόταν το πάθος –και η δύναμη αυτού του πάθους– που ζητούσε όλο και πιο μεγάλες ανάσες για να υπάρξει.
Ανεξάρτητα απ’ όσα συναντήσαμε, πάντα υπήρχε ένα, έστω μικρό, μονοπάτι, ένα στενό πέρασμα που ίσως μας οδηγούσε εκεί που θα ανακαλύπταμε πόσο περίσσευε το ωραίο.

Ας σκεφτούμε μόνο πόσο πολύτιμο μπορεί να είναι να το διακινδυνέψεις - και όλα να πάνε καλά, που έλεγε και ο Mario Benedetti.

19 Ιουν 2018

Μπορεί, δε λέω…

Η ροή του χρόνου με πάει μια μπρος - μια πίσω κι όπως πάω να συνοψίσω μέσα μου μια κατάσταση, μια συμπεριφορά, ένα χαρακτήρα, αναδύεται μόνη της και πάλι –συνηθισμένη και καλόδεχτη πάντα– μια ταλαιπωρημένη αίσθηση από αναμνήσεις. Το παρελθόν μου. Νυν και αεί!
            Θα έχετε διαπιστώσει, φυσικά, ότι αυτό το παρελθόν δεν το ξεφορτώνομαι εύκολα. Και πώς να το κάνω άλλωστε αφού αυτό με έθρεψε, μου χάρισε και μου δίδαξε πολλά. Η σχέση μου είναι απολύτως ζωτική. Δε θέλω να είναι στιγμές μόνο για λίγο, που περνάν και χάνονται. Όπως… οι κύκλοι, ας πούμε, που ανοίγουν και κλείνουν, ή μάλλον ανοίγουμε και κλείνουμε. Επιμένω να το κάνω για ένα και μόνο λόγο: θέλω εκείνες οι στιγμές –και οι κύκλοι, φυσικά– να διαρκέσουν όσο γίνεται αλλά και να επανέρχονται όποτε χρειάζεται.
          Έτσι, κάθε φορά, ταξινομώ, αρμολογώ, μοντάρω, δένω, στήνω θραύσματα μνήμης που ανοίγουν παράθυρα και γρίλιες, να ξανεμίζεται η ψυχή κι εγώ να νιώθω τη μοσκοβολιά τους. Είναι ευαίσθητη η ψυχή βλέπετε, αποζητά και ελκύει εναγωνίως θέματα από τον εσωτερικό μου αστείρευτο και φιλόξενο χώρο –με κάθε ατέλεια και κάθε αδυναμία– όπου αιωρούνται και κάθε φορά με κάνουν να «ταξιδεύω» προς τα κει που έζησα για τόσα χρόνια.
Πηγαινοέρχονται οι αναμνήσεις. Αναπαμό δεν έχουν… Συμβαίνει δε, στον απόηχό τους ν’ ακούω ακόμη φωνές και γέλια, αγωνίες και χαρές ανθρώπων που πέρασα πολλές ώρες μαζί τους, που θαύμασα, αγάπησα, ακολούθησα. Άνθρωποι που έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα τη ζωή μου. Μου πρόσφεραν τροφή για σκέψη, μου άλλαξαν ιδέες, ματιά, άποψη. Απέρριψα και μ’ απέρριψαν. Σεβάστηκα και με σεβάστηκαν. Ουσιώδεις συμπαραστάτες.
Εντέλει τι είναι όλα τούτα που, κατ’ ανάγκη δική μου, σας αραδιάζω; Γιατί άραγε τα γράφω τώρα; Που όχι μόνο σας κουράζω, αλλά και… σας ζαλίζω; Με το δίκιο σας, βέβαια, θα πείτε: «Πάνε αυτά περάσανε είναι μακριά… πολύ μακριά»! Ελάτε τώρα! Πώς να τα βαστάξω μέσα μου; Έχουν μια περίεργη γλύκα που όλο στάζει. Θεωρώ πως είναι απόρροια μιας ολότελα προσωπικής ευαισθησίας –πιθανόν υπό εξαφάνιση στους καιρούς μας– και μιας αναπόδραστης φθοράς συμπυκνωμένη πλέον στη σκέψη.
Μπορεί να παθιάζομαι. Μπορεί να παρασύρομαι άσκοπα. Μπορεί να είναι ανολοκλήρωτες επιθυμίες. Μπορεί να είναι μονόλογοι εσωτερικής κατανάλωσης. Μπορεί να είναι τα όνειρα και οι διαψεύσεις τους. Μπορεί η μοίρα μου, η υποθήκη και η διαθήκη μου. Μπορεί, λέω εγώ τώρα, να 'ναι ακόμα κι αυτό «τ' απόδειπνο το μελαγχολικό» μοιραία κατάληξη μιας συννεφιασμένης Κυριακής.

9 Ιουν 2018

Τα σπασμένα κομμάτια της καρδιάς μου

Όσο περνάν τα χρόνια, όσο σκληραίνει το παρόν, τόσο ο νους θα παραβιάζει τη σιωπή, θ’ ανοίγει τις σημειώσεις του και θα σαρώνει θύμησες, παλιά και φυλαχτά από κείνα τα γνωστά που μπάζουν νοσταλγία. Σπασμένα κομμάτια της καρδιάς παραγκωνισμένα και εν πολλοίς καταδικασμένα στη λήθη επανέρχονται με το παραμικρό εξωτερικό ερέθισμα. Ενεργοποιούν αυτόματα μνήμη και αισθήσεις και… μαντέψτε: ξαναρχίζει της ζωής το μέτρημα.


Κι όσο διαρκεί αυτό το μέτρημα με αποσπά τελείως από ό,τι άλλο μπορεί να με απασχολεί και με βυθίζει στη νοσταλγία. Αυτό το έντονο συναίσθημα ήπιας θλίψης και μελαγχολίας που προκαλείται κατά καιρούς από την αναπόληση –ευχάριστων ή μη περιστατικών του παρελθόντος.
Μαζεύω χαρές και λύπες, αόρατα σχοινιά που δένουν τις στιγμές μου. Κι αυτό το επίμονο στριφογύρισμα στα περασμένα πολύ με βασανίζει, με συγκινεί απίστευτα και με αναστατώνει. Έχω την αίσθηση ότι ολούθε μέσα μου, υπάρχουν ακόμη σκόρπια θραύσματα πανάκριβα και ανεκτίμητα από τη «σπασμένη» ζωή μου.
Τις προάλλες κάτι τραγούδια πυροδότησαν το νου και μ’ έκαναν ν’ ανοίξω και πάλι λογαριασμούς με μνήμες. Μ’ έκαναν να αναλογίζομαι μια θαυμάσια παρέα εκείνων των χρόνων και κάτι αξέχαστες νύχτες. Το ελάχιστο που μου άφησαν οι φίλοι εκείνοι καταγράφτηκε πριν κάποια χρόνια ΕΔΩ.
Κρίμα, πολύ κρίμα, που δεν έφτασα μαζί τους λίγο πιο μακριά… Αγαπημένοι μου κάντε με να σας ανταμώσω και πάλι...

3 Ιουν 2018

Ό,τι είπαμε απόψε εδώ, παρακαλώ ας μείνει μεταξύ μας…

              Κυριακή βράδυ, με τη βραδύτητα που μερώνει τον άγριο χρόνο παρακολουθώ ή μάλλον μετράω τ’ άστρα. Όπως κι ο Μέλιος του Λουντέμη. Όσα απόμειναν στον καθ’ όλα καθαρό ουρανό. Καταδεχτική νύχτα. Ιδανικό αντίδοτο στη γενική ξεραΐλα. Στιγμές που περνάν και χάνονται. 


Σ’ αυτό το ενδιάμεσο της νύχτας –έρεισμα μνήμης και απαντοχής– μπερδεύονται οι σκέψεις με τις επιθυμίες κι εγώ αναλογίζομαι τη ζωή μου. Τη ζωή που δεν σταματά, προχωρά και μας σαρώνει… Και… είναι τότε που, θέλεις δε θέλεις, αντιλαμβάνεσαι πόσο έχεις μεγαλώσει, πόσο έχεις παλιώσει, πόσο έχεις ξεθωριάσει… Μαζί της.
Άλλες εποχές, σ’ ένα τέτοιο δικό μου «εδώ και κάπου», διάβαζα, έγραφα, σημείωνα τα ταπεινά κι ασήμαντα που κατά καιρούς έγραφα. Τώρα περιμένω να έρθουν μόνες τους οι λέξεις, οι φράσεις, τα ουσιαστικά, τα επίθετα, τα ρήματα κι οι στίχοι μέσα από τις σιωπές και τα απέραντα διαστήματα των άστρων.
Συνδέω αυτά τα κενά διαστήματα ανάμεσα στα άστρα και φιλοτεχνώ, με τη φαντασία κι έναν ιδιαίτερο τρόπο, εικόνες απ’ όσα έζησα κάνοντας τη ζωή μου θέαμα σε όλες τις εκφράσεις και εκφάνσεις της. Και να σου στο μυαλό ο στίχος: «απ’ όλα μπορείς να σωθείς, εκτός από την νοσταλγία σου για κάτι πολύ μακρινό, που δεν το θυμάσαι» του αγαπημένου ποιητή Τάσου Λειβαδίτη. Το τόλμησα –δεν είναι ιεροσυλία– τον περίμενα.
Όλα, λοιπόν, εδώ (στο δικό μου εδώ) μπερδεύονται γλυκά κι ανώδυνα γίνονται εικόνες. «Το σωστό μέρος είναι εκεί που σταματάς να αναρωτιέσαι τι ώρα είναι». Και είναι ακριβώς τούτη η ώρα.
Νιώθω μια βαθιά ανάγκη να γεμίσω ξανά με κόκκινο κρασί το άδειο ποτήρι που άφησα δίπλα μου.

Υ.Γ. Ό,τι είπαμε απόψε εδώ, παρακαλώ ας μείνει μεταξύ μας.

10 Μαΐ 2018

Τι άλλο θέλεις να σου πω…



Το διάβασα στα «Ετεροθαλή» του Οδυσσέα Ελύτη. Το υπογράμμισα κι έκτοτε η συγκεκριμένη φράση πρωταγωνιστεί έντονα στη σκέψη μου και με παρασέρνει σε αλλόκοτους συνειρμούς. «Λέω: κι αυτό θα ’ρθει. Και τ’ άλλο θα περάσει. Πολύ δε θέλει ο κόσμος. Ένα κάτι…». Συντονίζω με την ακρίβεια του χιλιοστού και του δευτερολέπτου τις στροφές του μυαλού. Κάνω απολογισμούς, μαζεύω άπειρες στιγμές και συναρμολογώ τα «μονόπρακτα της σιωπής» που ονειρεύονται τα περασμένα. Ανάμεσα σ’ αυτό το «πολύ δε θέλει ο κόσμος» και σ’ αυτό «το κάτι» που επιθυμώ, δεν έχει μείνει τίποτα. Τίποτα που να θυμίζει κάτι!
Κάθε φορά που ξαναγυρνώ με τη σκέψη μου στις όμορφες στιγμές της ζωής μου, χαμογελώ. Με τις άσχημες κι αρνητικές μελαγχολώ, ζαρώνω. Πόσες χαρές και πόσες λύπες να χωρέσουν σε μια σκέψη… Ωστόσο τις αφήνω μήπως και ξεπλύνουν τα όποια απωθημένα, τις όποιες ενοχές που με στιγμάτισαν.
Δε γίνεται, απ’ όλη μας τη ζωή, να επιλέγουμε μόνο τις στιγμές που ζωγραφίζουν χαμόγελα. Όλα έχουν το λόγο τους κι ο λόγος έχει λόγο, να λέγεται… Δε γίνεται να θυμάσαι και να συγκινείσαι μόνο απ’ αυτές.
Ανάμεσα στο χτες και στο αύριο, ανάμεσα στο όμορφο και το άσχημο δραπετεύω. Παρακάμπτω διαδρομές μήπως και σώσω ό,τι αγάπησα. Μέχρι δανεικά είμαι διατεθειμένος να ζητήσω από το «τώρα» κι απ’ το «αύριο» ακόμη προκειμένου να πληρώσω τα χρέη του «χτες». Όχι δεν είναι εύκολο. Κι ας επιμένει ένας Κουβανός φίλος λέγοντας ότι: το χειρότερο πράγμα που έχει το μέλλον, είναι το παρελθόν που μας περιμένει. Κι αυτό εγώ δεν το ξεδιάλυνα ποτέ… 

22 Απρ 2018

Τα… Υστερόγραφα που λέγαμε!

Δεν είναι τίποτα,
είναι τα χρόνια, που επιστρέφουν και…
διεκδικούν τα δικαιώματά τους.
Τόσο απλά, τόσο συνηθισμένα…

Το έγραψα με την υποψία πως αυτό μπορεί και να με σώσει. Ιχνηλατώ στη σιωπή για να καταλάβω –όσο καταλάβω– ότι το πιο ευαίσθητο κομμάτι μας είναι αυτό: –μεταξύ άλλων είναι κι αυτό, τίμημα ή παράσημο, δεν έχει σημασία– ότι μόνο αθόρυβα, μπορείς να απολαύσεις τον εαυτό σου.
* Κλικ εδώ για να το δείτε στο Instagram

Δεν είναι τίποτα,
είναι τα χρόνια, που επιστρέφουν και διεκδικούν τα δικαιώματά τους.
Τόσο απλά, τόσο συνηθισμένα…
Το βλέμμα μένει στην απορία. Πώς να νανουρίσεις τον καιρό για να παρκάρει, να ξεχαστεί, να γύρει και ν’ αποκοιμηθεί; Μεγαλώσανε τα χρόνια βλέπεις, κι ήρθαν τα χιλιόμετρα και απλώθηκαν επάνω μου. Παίζω κρυφτό με τις στιγμές και με τα χρόνια. Και οι σκέψεις σπαρταράνε μέσα μου. Εκεί μέσα σαν υποσημειώσεις που δεν πρέπει να ξεχαστούν. Κι εγώ τις «κυκλώνω», μη τυχόν και δραπετεύσουν.
Κοστίζει να κρεμάς τα βιώματά σου στα μανταλάκια. Η πεποίθηση ότι αν δε γδάρεις την ψυχή σου, άνθρωπος δε γίνεσαι δίνει νόημα στο καθετί του καθεμέρα μου. Κι άντε μετά να ψάχνω, εμμονικά, προσωπεία με μόνο σκοπό να μην γίνομαι μονότονος και επαναληπτικός.

9 Απρ 2018

Αλφαδιά στη σκέψη…

«Απρίλης: δονητής ριζών, βλαστών, φυλλωμάτων, καρπών, ψυχών, σωμάτων. Όλα τα ζωντανά του πλανήτη ερεθίζονται, ξυπνάνε αδιαφορώντας (αγνοώντας;) για την κρίση αξιών και ιδεών. Ατίθασος μήνας. Φωτεινός μήνας, οιονεί ελληνικός. Χυμώδης μήνας, γεμάτος φωνήεντα και υγρά σύμφωνα, μουσικός άρα και εξαγνιστικός - πυρπολεί ταυτοχρόνως με τη δροσερή ζέστη του ερωτικά κύτταρα. Και να σου φτερουγίσματα, να σπασμοί και κραδασμοί, να ηλιόφωτα νεύρα και ζεστό αίμα: η καλλιέργεια του ασυνείδητου. Μαργαρίτες και τσουκνίδες αναφύονται ταυτόχρονα. Φανερή αρμονία αντιθέτων (αλλά η κρυφή αρμονία έχει σημασία). Φιλοπαίγμων και γελαστός. Σκανταλιάρικος μήνας (ερωτικός πάντα), ανεξίθρησκος (ποιος νοιάζεται για προφήτες και σωτήρες πια), άπατρις (παρότι τον χαρακτηρίσαμε ελληνικό), σπάει τις σιωπές (να ήταν αλήθεια), έκθυμος».

Τούτη τη Μεγάλη Εβδομάδα κράτησα (πέρα από το πνεύμα κατάνυξης και τα λατρευτικά δρώμενα) την έκρηξη της ελληνικής Άνοιξης. Και όλως τυχαίως έρχεται να την εκτοξεύσει κι άλλο το παραπάνω απόσπασμα από το κείμενο: «Με τον Απρίλη είμαστε» του Γιώργου Σταματόπουλου. Χώνομαι ανάμεσά στα ωραιότατα επίθετα-πλουμίδια με τα οποία στολίζει εκείνος το μήνα Απρίλη. Τρυγώ με τρυφεράδα και άκρατο θαυμασμό τα «φωνήεντα και τα υγρά σύμφωνα» που φέρνουν αλφαδιά στη σκέψη, δίνουν οξυγόνο κι απλωσιά στο συναίσθημα και μετατρέπουν το ταπεινό σε μεγαλειώδες. Και το κάνω μόνο και μόνο για να «συμπληρώσω» τα κενά του μυαλού μου, να πάρει ανάσες.
Κι ύστερα κάθομαι και σκέπτομαι ο αφελής: Πώς γίνεται κάποιες φορές να έχεις την ανάγκη, τη χαρά και ενδεχομένως την ανιδιοτελή αγάπη –παραμερίζοντας προς το παρόν, άλλα που σε βαραίνουν– ακόμη να μοιράζεσαι εκείνα που είναι για σένα σημαντικά, έτσι απότομα που λιγόστεψες... Το χούι δεν κόβεται…
Δεν έχεις να πάρεις. Δεν έχεις να δώσεις. Και είναι τότε που ερμηνεύεις γεγονότα και ανθρώπους. Επιλέγεις και πάλι τη σιωπή. Κρύβεσαι στο άσυλο της ψυχής σου, ανάμεσα σε κάποια όχι και σε κάποια ναι, (αρμονία αντιθέτων») μες στη φλυαρία της μοναξιάς.
Κάτι σπάει μέσα σου και… θρυμματίζει τον ιστό, το δεσμό, τη σχέση. Κάποιο συναίσθημα, πολύτιμο κι αναίτια κρυμμένο, αφήνει ένα δυσδιάκριτο ίχνος να στάζει… Έτσι γίνεται πάντα –γιατί έτσι γίνονται αυτά τα πράγματα, εναλλάσσονται– και η τροχιά της ζωής συνεχίζεται.
Είμαστε ευπαθείς και ευάλωτοι οι άνθρωποι, απροσάρμοστοι, θύματα του τυχαίου και του ατυχούς. Μια μικρή ασήμαντη πινελιά. Ίσως και μια απρόσεκτη πινελιά πάνω στον καμβά αυτού του κόσμου. Κομμάτια από την ύλη του. Μεγαλώνουμε, μικραίνουμε, σμίγουμε, χωρίζουμε, ανακατεύουμε λάθη και σωστά, ενισχύουμε –ή απορρίπτουμε– αντιλήψεις (ενδεχομένως κάπου να λαθέψαμε…) ψάχνοντας να βρούμε τις ανάλογες αντιστοιχίες ώστε να ταιριάξουμε το δικό μας λίγο με το δικό τους αρκετό.



28 Μαρ 2018

Πάλι μέτρησα τ’ αστέρια κι όμως κάποια λείπουνε...


«Την πέτρα ρώτησα να πει τι ξέρει και αντέχει 
κι εκείνη μου 'πε τη σιωπή για μυστικό της έχει».

             Δανείζομαι αποσπάσματα από στίχους, μήπως και το νόημά τους με βοηθήσει –περιπλέκοντάς τα και παραφράζοντάς τα– να εκφράσω και να υποστηρίξω όσα βαραίνουν τις μπλεγμένες μου σκέψεις. 


Συνομιλούν ψιθυριστά και κομματιάζουν την βραδιά. Κάδρα σε άδειους τοίχους. Έβγαλε βρώμα η ιστορία ότι ξοφλήσαμε, άλλαξαν λέει τ’ ανεμολόγια και οι ορίζοντες. Βγήκαν δελτία και επισήμως ανακοινώθηκε ότι είμαστε λάθος μες το κεφάλαιο του λάθος λήμματος.
Δεν εντυπωσιάζουμε. Δεν πιάνουν οι σκηνοθεσίες. Κι εσύ καημένε, κάθεσαι δίπλα εφημερίδα διαβάζεις σε ζητούν στο τηλέφωνο ησυχία φωνάζεις. Χαμηλώνω το ράδιο χαμηλώνεις τα μάτια να μη δεις την απόγνωση και την τόση απομόνωση. Σκηνικό και ουσία η παραίτηση και η μοναχικότητα, που οδηγούν στον εσωτερικό εγκλεισμό σαν το μόνο ασφαλές καταφύγιο του καθενός.

Με αισθήματα χημείας, με στυλ δοσοληψίας, με βλέμματα συμπάθειας και άσκοπης προσπάθειας γι’ άλλα και γι’ άλλους μιλάμε έτσι δεν πονάμε έτσι ξεχνάμε. Για όλα αυτά που ζητάμε, για… το τίποτε μιας κακής συγκυρίας.
Όλα ξεθωριάζουν… Θαυμαστικά που στόλιζαν, στη διαχείριση των σχέσεων,  την όποια χωρητικότητα των «πρέπει» και των «θέλω» χάνονται στο βάθος μιας ανεξήγητης στάσης. Με ό,τι ζήσαμε και ό,τι μάθαμε.
          Στάσεις που δεν συναρμόζουν με την τυπική ευγένεια. Η ευγένεια δεν παίζει πια σαν καλός και λεπτός τρόπος συμπεριφοράς. Όπως κι αν ορίζει ο καθένας την έννοια «ευγένεια» για τον εαυτό του. Μια απάντηση, δεν υπάρχει όσο κι αν την περιμένεις. Ένα ευχαριστώ –ενώ επιβάλλεται– δεν χαρίζεται. Μια ανάσα, δεν την αισθάνεσαι πλέον. Μόνο σιωπή, απαξίωση και περιθώριο. Πρόχειρες προφάσεις που καταγράφονται σαν επικάλυψη των πράξεων μας. Μ’ αυτά θα πρέπει να μάθουμε να πορευόμαστε. Αυτά μας δημιούργησαν.


Είχε δίκιο τελικά εκείνος ο παλιός φίλος που αγάπησα και πια δεν υπάρχει. Μου ’λεγε: «Να διαβάζεις τα βιβλία αρχίζοντας απ’ το τέλος, έτσι θα σπας την αγωνία σου για το ποιος είναι ποιος»…

Α, μην το ξεχάσω… Για ό,τι υπήρξε μια φορά δεν γίνεται να πάψει να υπάρχει.


27 Φεβ 2018

Την ευτυχία την κρατάς στην αγκαλιά σου!

Μπορεί ο χρόνος με το πέρασμά του να είναι –και είναι– ένας άτιμος αντίπαλός μας και ν’ αφήνει επάνω μας σκληρά και ανεξίτηλα σημάδια, εντούτοις ανταμείβει κάποιους ανθρώπους με κάτι πολύτιμο και συνάμα ακριβό: τη σοφία! Και η σοφία, λένε, δεν πάει πακέτο, έρχεται... σταλαματιά σταλαματιά.
           Σκέψη που έκανα, ύστερα από μια τυχαία συνάντηση, στο πόδι που λέμε, μ’ έναν άνθρωπο που εκτιμώ, θαυμάζω και ευγνωμονώ για τα πολλά που μου πρόσφερε με τη γνωριμία μας, πριν κάποια χρόνια. Έτσι λοιπόν, με τη μικρή εγγονούλα μου μισοκοιμισμένη στην αγκαλιά μου και τη κουβέντα στα χιλιοειπωμένα κοινότοπα πια της κρίσης που μας συνθλίβουν, ο Κύριος Θόδωρος, για μια στιγμή, με κοίταξε καλά στα μάτια και... στο δευτερόλεπτο ξεστόμισε τούτη την απλή, ωστόσο σοφή φράση: 
Την ευτυχία την κρατάς στην αγκαλιά σου!

Πόση συμπυκνωμένη σοφία, αλήθεια, έκρυβαν μέσα τους αυτές οι εφτά λέξεις… «Την ευτυχία την κρατάς στην αγκαλιά σου»! Σε μια εποχή γενικής πτώσης, εκείνο που μένει είναι το χάδι που αφήνει στην ψυχή σου αυτή η τόσο απλή φράση. Το λες και μαθητεία ζωής! Αυτή την αίσθηση αποκόμισα. 

Έσφιξα πιο πολύ τη μικρούλα επάνω μου, θαρρείς και πετούσα…

8 Φεβ 2018

Καθρέφτης η θολωμένη εικόνα μας…



Μπορεί να ζορίζεται ο νους καμιά φορά, αλλά είναι εκπληκτικό το πόσο εύκολα ξεμπλοκάρει όταν ανοίγεις το πρόχειρο μπλοκάκι με τις σημειώσεις, αυτές που έχουν τη δυνατότητα –και βοηθούν– να ξεκλειδώσουν σκέψεις. Είναι πράγματι εκπληκτικό να διαπιστώνεις το πόσο εύκολα ξηλώνεται το νήμα των συλλογισμών έτσι και φύγει ο πρώτος πόντος… για να παραφράσω έναν φίλο. Ξέρει εκείνος…
Είναι και το άλλο… Κάτι που εδώ και καιρό, σκιάζει, παρασέρνει το μυαλό και σπέρνει ερωτηματικά και ανησυχίες. Είναι τα τείχη που ξαφνικά και γενικά σηκώθηκαν κι έκοψαν τη θέα. Κι αυτό σιγά σιγά θαρρείς και γίνεται κρούστα, κάτι σαν τη σκουριά πάνω στις βυθισμένες άγκυρες. Γίνεται κόμπος. Κόμπος λύπης. Κρυσταλλώνουν τα λόγια, δεν φτάνουν για να τον λύσεις, πολλώ δε μάλλον να περιμένεις να τον λύσουν οι άλλοι.
Ο καθένας, είναι προφανές πλέον, παίρνει και κουβαλάει στις αποσκευές του ό,τι μετράει μόνο γι’ αυτόν. Τι μένει και τι αξίζει τελικά; Στους επάλληλους κύκλους των μονολόγων μας, σαν να μην έφταναν αυτά τα τείχη, βάλαμε κι ένα πλεχτό για  διαχωριστικό. Τα κενά δε που αφήνει το πλεχτό μαρτυράνε τη θολωμένη έτσι κι αλλιώς εικόνα μας. 
           Το να αφήνουμε τους άλλους να κοιτάζουν –και να διαβάζουν– το μέσα μας, είναι δικαίωμα του καθενός μας. Ενδεχομένως, έχουν και τη συγκατάθεσή μας. Εν ολίγοις: Σε κάθε κείμενο υπάρχει, νομίζω, πολύ δόσιμο. Παλεύουμε, με κάθε τρόπο κι όπως μπορούμε, να ξεφύγουμε από τη μετριότητα, συντηρώντας αυτή τη ζωογόνα ψευδαίσθηση ζωντανή. Κι αυτό είναι ένας επιπρόσθετος λόγος που όλη αυτή η εικόνα –τουλάχιστον έτσι μπορώ να το ερμηνεύσω– αντανακλά στο βλέμμα του αναγνώστη κάνοντας το πρόσωπό μας να γίνεται  ο καθρέφτης μας.


16 Ιαν 2018

Ο κόσμος μας μπορεί ν’ αλλάξει…


Ένας φίλος που βρέθηκε τις προάλλες στο σταθμό του μετρό της Στοκχόλμης, πρωτεύουσα της Σουηδίας, μου μετέφερε το παρακάτω περιστατικό.
Στις πύλες εισόδου προς τις αποβάθρες, παρατήρησε ότι, μεταξύ των κανονικών επικυρωτικών μηχανημάτων υπήρχε και μια είσοδος ελεύθερης διέλευσης. Δηλαδή χωρίς τη μπάρα που κανένας δεν περνούσε από αυτήν. Του έκανε εντύπωση και… φυσικά του κίνησε την περιέργεια, οπότε φτάνοντας στο εκδοτήριο ζήτησε από την νεαρή ταμία να μάθει γιατί αυτή η είσοδος ήταν η μόνη ελεύθερη και μάλιστα χωρίς κανένα άτομο ασφαλείας να την επιτηρεί. Η κυρία, λοιπόν, του εξήγησε ότι αυτή η είσοδος προοριζόταν για ανθρώπους που, για οποιοδήποτε λόγο, δεν είχαν χρήματα να πληρώσουν για το εισιτήριό τους.
Ο φίλος, εξοικειωμένος με την ελληνική νοοτροπία και τρόπο, μη πιστεύοντας, προφανώς αυτό που άκουσε, ρώτησε για να επιβεβαιωθεί:
– Και αν το άτομο έχει χρήματα, αλλά απλά δεν θέλει να πληρώσει;
Η ωραία πωλήτρια, τον κοίταξε με τα μεγάλα γαλάζια μάτια της και μ’ ένα αθώο και αφοπλιστικό χαμόγελο, απάντησε:
– Και γιατί να το κάνει αυτό;
Φυσικά ο φίλος συνειδητοποίησε πως δεν υπήρχε περιθώριο για περαιτέρω  «αθώες» ερωτήσεις. «Χτύπησε», λοιπόν, το εισιτήριό του και πέρασε, όπως έκαναν κανονικά κι ένα σωρό άλλοι, ενώ η ελεύθερη είσοδος για τους μη έχοντες παρέμεινε άδεια…

Η τιμιότητα είναι μια από τις πιο απελευθερωτικές αξίες που μπορεί να έχει ένας λαός. Και μια κοινωνία που κατάφερε να μετατρέψει αυτή την αξία σε κάτι τόσο φυσικό, μπορεί να βρίσκεται εκεί που βρίσκεται.

Αυτή είναι η εκπαίδευση... Ας καλλιεργήσουμε αυτήν την αξία μεταφέροντάς την στα παιδιά μας, στα εγγόνια μας, στην κοινωνία. Ας κάνουμε την εντιμότητα και την καλή πίστη συνήθεια. Ο κόσμος μας μπορεί ν’ αλλάξει…

8 Ιαν 2018

Κατόπιν εορτής…



Σκεπτόμουν, παραμονή Πρωτοχρονιάς πως όταν κάτι αφήνω πίσω μου, κάτι άλλο πάω να συναντήσω. Ο ένας χρόνος μας αφήνει (μας άφησε…), ο άλλος μας έρχεται (ήρθε…). Αυτοί ορίζουν τη μονόδρομη πορεία τους. Σε κάθε αντίο, πάντα θα κρύβεται ένα σιωπηλό «καλώς ήρθες». Λίγο ο αμήχανος αποχωρισμός, λίγο η προσμονή, λίγο το «πάει τελείωσε», ελαφρώς με μελαγχολούν. Οι αποχωρισμοί, ως συνήθως, σέρνουν μια θλίψη. Εκτιμώ, βέβαια, τα όσα έζησα και συγχρόνως ανυπομονώ για το τι θα ακολουθήσει. Ωστόσο, όλα, δόξα τω Θεώ, πήγαν καλά και… τα καλύτερα, ελπίζω πως θα ’ρθουν!
Φεύγει, λοιπόν, ο χρόνος κι αναρωτιέμαι μέσα μου: μπορεί να φεύγει έτσι; Χωρίς να τον αποχαιρετήσω μ’ ένα γενικό… συγύρισμα έστω; Έχουν μαζευτεί κάμποσα. Αδράχνω το νήμα του νέου χρόνου που σκοπό έχει να μας πάει μακριά και νομίζω ότι θα πρέπει να τον απαλλάξω από περιττές αποσκευές. Σα να τον ακούω. Τι με θωρείς; Βρες κάτι να πετάξεις επιτέλους. Δώσε μου χώρο.
Η αλήθεια είναι ότι έχουν μαζευτεί αρκετά. Από πού ν’ αρχίσω… Δεν είναι μόνο μια στοίβα βιβλία που περιμένουν να τα διαβάσω, είναι κι άλλα εσωτερικά. Είναι ένα σωρό σκέψεις και σχέδια επί χάρτου που αδιάκοπα γεννιούνται και ολοένα πνίγονται. Έγνοιες του νου που κάποιες πέφτουν στη βροχή, μουσκεύουν και γίνονται σταγόνες. Και κάτι άλλες γίνονται σκιές. Είναι οι σκιές των συναισθημάτων που δεν πετάγονται ποτέ. Αυτές ριζώνουν όπως τα δέντρα.
Είναι και κάτι χαρές. Ένα σωρό χαρές - μικροχαρές. Σ’ αυτές εναποθέτω τις ελπίδες μου. Αυτές θα έχω να κερνάω τις αμήχανες στιγμές μου. Αυτές θα επισκιάζουν τις λύπες. Είναι και κάτι στιγμές! Στιγμές να δεις, που χαίρεσαι όταν τις προσμένεις, ταλαιπωρείσαι όταν τις ζεις, νοσταλγείς όταν τις θυμάσαι. Και σχέδια. Και αποφάσεις. Κι αμφιβολίες. Κι αδυναμίες. Και άγχη. Και απολογισμοί. Και υπολογισμοί. Και εκνευρισμοί. Δεν βγάζω άκρη… Όλα θα πρέπει να τα βάλω σε μια σειρά. Να ξαναβρώ, επιτέλους, τις ισορροπίες μου.

Νομίζω ότι φλυαρώ και πολύ φοβάμαι πως θα μου λείψουν πάλι οι απλές λέξεις που χρειάζονται για να γράψω και να τελειώσω εδώ τον επίλογο, να… «κουμπώσει», που λένε, το κείμενο. Και πάνω στην απελπισία μου, να σου ο αιφνιδιασμός του μη αναμενόμενου: η ψυχή μου! Κάτι μου ψιθυρίζει, κάτι σαν ικεσία, να πιάσω κουβέντα μαζί της. Τι ανάγκη έχει; Εκείνη θα πιαστεί από δω, θα πιαστεί από κει…. Κάπου θα βρει την άκρη. Το ζήτημα είναι, εγώ τι κάνω…